Έχουμε πια συνηθίσει σ’ αυτό τον τόπο να βλέπουμε και να ερμηνεύουμε τα πράγματα ανάλογα με την κομματική ιδιότητα κι όχι με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον και το μέλλον της χώρας. Η τακτική αυτή δεν βοηθά στην ανάπτυξη της αναγκαίας σύμπνοιας για την αντιμετώπιση βασικών προβλημάτων. Το ίδιο έγινε πρόσφατα και με την έκδοση των ομολόγων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η υπερκάλυψη της έκδοσης χαιρετίστηκε από κυβερνητικής πλευράς σαν μεγάλη επιτυχία της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής, ενώ η αντιπολίτευση υποβάθμισε το γεγονός υπενθυμίζοντας τη δεινή γενικότερη κατάσταση της οικονομίας.

Κι ο απλός κόσμος διερωτάται τι να πιστέψει; Είναι απαραίτητο σε καίρια εθνικά θέματα, όπως το Κυπριακό και η οικονομία, να ξιφουλκούμε ο ένας εναντίον του άλλου; Δεν θα ήταν προς το γενικότερο συμφέρον εάν, αντί να ψάχνουμε αφορμές για να επικρίνουμε μια κατάσταση ή ένα γεγονός, προβαίναμε σε μια εποικοδομητική κριτική με εισηγήσεις περί του πρακτέου;

Λίγη περισσότερη συναίνεση και κατανόηση δεν βλάπτει. Αλλά ας δούμε πρώτα πώς έχουν τα πράγματα στο πιο πάνω θέμα. Με την ψήφιση του νομοσχεδίου για την αφερεγγυότητα δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για επάνοδο του ενδιαφέροντος των διεθνών, κυρίως, «επενδυτικών» ταμείων στα κυπριακά ομόλογα. Όχι γιατί άλλαξε τίποτε ουσιαστικό στη δομή και τις προοπτικές της κυπριακής οικονομίας, αλλά γιατί οι οίκοι αξιολόγησης και τα ίδια τα ταμεία διείδαν κάποιες αισιόδοξες προοπτικές για την επένδυση αυτή, συγκριτικά πάντοτε με άλλες.

Δεν υπολόγισα πόσο μεγάλο θα είναι το άμεσο πραγματικό όφελος για την Κύπρο από την εξέλιξη αυτή, όμως, το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί η Βουλή χρειάστηκε τόσους μήνες για να βρει συναινετική λύση στο θέμα της αφερεγγυότητας; Βέβαια, ελπίζω η λύση που δόθηκε να διασφαλίζει επαρκώς και να προστατεύει τα ευάλωτα στρώματα του λαού.

Αυτό θα το δούμε. Ασφαλώς η έξοδος στις αγορές είναι μια καλή εξέλιξη και μάλιστα από πολλές πλευρές. Πέραν του ότι δανειστήκαμε με ευνοϊκότερους όρους παρά προηγουμένως και μπορούμε τώρα να αποπληρώσουμε υφιστάμενα πιο ακριβά χρέη, αναθαρρήσαμε ότι μπορούμε να εξέλθουμε σύντομα από το Μνημόνιο, μια κατάσταση που μοιάζει λίγο-πολύ με έξοδο του ασθενούς από τον θάλαμο εντατικής παρακολούθησης. Αλλά είναι κι αυτά δάνεια, που θα πρέπει να αποπληρωθούν σε κάποιο χρονικό σημείο.

Τώρα μας δίνεται κάποια άνεση για να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που από τη μια μεριά να δανειζόμαστε με όλο και καλύτερους όρους κι από την άλλη να χρειαζόμαστε όλο και λιγότερα δάνεια. Μ’ άλλα λόγια, να γινόμαστε συνεχώς πιο αυτάρκεις. Όμως, η κατάσταση αυτή είναι μια ενδιάμεση λύση και δεν είναι ο τελικός στόχος, που είναι η πλήρης απεξάρτηση από τις ξένες αποταμιεύσεις για να καλύψουμε τρέχουσες δαπάνες και υποχρεώσεις.

Κι ερχόμαστε έτσι στο μεγάλο ερώτημα, πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε εκείνα τα πλεονάσματα που χρειάζονται, ώστε να επιτύχουμε αυτή την ισορροπία. Κι είναι εδώ που θα πρέπει επιτέλους να επικεντρωθούν οι σκέψεις και οι προσπάθειες όλων μας. Επιμένω από την αρχή ότι δεν θα πρέπει να μπούμε ξανά στα αδυσώπητα γρανάζια της στυγνής λιτότητας για να εισέλθουμε σ’αυτή τη φάση. Θα πρέπει να κάμουμε κάτι -που από την αρχή έπρεπε να κάμουμε-, για την ανάπτυξη ή επανεκκίνηση της οικονομίας, όπως στην αρχή της καριέρας του το έλεγε ο νυν Υπουργός Οικονομικών.

Κι ας μην «κολλήσουμε» πάλι στο πού θα βρούμε τα χρήματα γι’ αυτό. Η Κύπρος, ως αναπτυσσόμενη χώρα, από την εποχή της Ανεξαρτησίας και ιδιαίτερα μετά την εισβολή είχε πάντοτε την ανάγκη ξένων αποταμιεύσεων για να συμπληρώσει τις εγχώριες και να καλύψει τις ανάγκες της, ιδιαίτερα σε ξένο συνάλλαγμα. Προσωπικά έλαβα μέρος αρκετές φορές σε διαπραγματεύσεις εξωτερικών δανείων.

Τα δάνεια όμως αυτά ήταν για συγκεκριμένους αναπτυξιακούς σκοπούς/έργα και συνέβαλλαν στην αύξηση του ΑΕΠ και τη βελτίωση όλων των άλλων μακροοικονομικών μεγεθών σε τέτοια κατάσταση, ώστε να ανταποκρινόμαστε άνετα στις δανειακές υποχρεώσεις που αναλαμβάναμε. Λόγω της σταθερής ανάπτυξης που χαρακτήριζε την κυπριακή οικονομία και του δυναμισμού που επιδείκνυε, ακόμη και μετά τα εξουθενωτικά πλήγματα της τουρκικής εισβολής διεθνείς δανειστές έστερξαν σε ανανέωση/επέκταση των παρεχόμενων διευκολύνσεων.

Δυστυχώς, στην παρούσα περίπτωση η ορθή αυτή πρακτική, που ήταν ταυτόχρονα και αδήριτη ανάγκη, αγνοήθηκε. Και μιλώ για την ανάγκη δημιουργίας των σωστών προϋποθέσεων για άνετη αποπληρωμή των δανείων. Τα δάνεια που πήραμε βάσει του Μνημονίου δεν είχαν καμιά άμεση διασύνδεση με την ανάπτυξη. Σκοπός τους ήταν, μαζί με τις πρόσθετες επιβαρύνσεις που το Μνημόνιο επέβαλλε στον κόσμο, να καλυφθούν τα ελλείμματα (κράτους, τραπεζών), μια πολύ καλή συνταγή για περαιτέρω συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας κι έναρξη του γνωστού φαύλου κύκλου, που οδηγεί σε περαιτέρω αδιέξοδα, από τα οποία μόνο με κάποιες συγκυριακές καλές ευκαιρίες μπορούμε να βγούμε.

Αντίθετα, εάν περιελάμβανε κάποια στοιχεία αναπτυξιακά ή και μόνοι μας εάν φροντίζαμε να τα εισάξουμε με κάποιο Έκτακτο Σχέδιο Προώθησης επαναδραστηριοποίησης της οικονομίας, η κατάσταση θα άρχιζε να βελτιώνεται ήδη. Το μόνο που θα μπορούσε να χρειαστεί θα ήταν μια κάποια παράταση χρόνου, για να επενεργήσει η συνταγή της ανάκαμψης μέσω επενδύσεων. Όμως θα ήταν μια αποτελεσματική συνταγή, σε αντίθεση με την αβεβαιότητα που ενέχει η μνημονιακή μέθοδος. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα. Ποτέ δεν είναι αργά!

ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com