«Μου φαίνεται πράγματι οι αναμειγνυόμενοι εις τα πολιτικά μας ότι είναι αμόρφωτοι, (ακαλλιέργητοι), εκτός ολίγων». «Δοκούσι γαρ μοι οι τα της πόλεως πράττοντες εκτός ολίγων απαίδευτοι είναι».(Πλάτωνος «Αλκιβιάδης», ΧV, Βιβλιοθήκη ΠΑΠΥΡΟΣ,σελ. 9 και 81, εν Αθήναις 1938).
Ανατρέχοντας στο παρελθόν, μέσα από την ακατάπαυστη κυκλική κίνηση του χρόνου, διαπιστώνουμε ότι πρόσωπα και γεγονότα βρίσκονται σε μια αέναη, διαρκή ανακύκληση, είτε ως παραίνεση διδακτικής μίμησης είτε ως μίασμα αποτρεπτικής αποφυγής.
Ο χρόνος, πλασματικό ανθρώπινο δημιούργημα, λειτουργεί ως ψευδαισθητική διέξοδος από το πεπερασμένο της γήινης ύπαρξής μας, ως κίβδηλη κιβωτός υπαρξιακής επιβίωσης, και παράλληλα, ως χρόνος ιστορικής επιστήμης, συνιστά μάθημα αυτοκριτικής και αυτογνωσίας.
Ο διδακτικός σκοπός της ιστορίας θεμελιώνεται στο αξίωμα ότι, έχοντας πλήρη επίγνωση των φυσικών τάσεων της κοινωνίας, μπορείς, αν όχι να τις αλλάξεις ριζικά, τουλάχιστον να τις χαλιναγωγήσεις, και παιδευτικά να τις κατευθύνεις. Κάτω από το πρίσμα αυτό ο Θουκυδίδης παιδαγωγεί, αλλά δε χειραγωγεί, εστιάζει την ιστορική του φιλοσοφία στην πίστη του στο νου του ανθρώπου, στο θαυμασμό του για τους ικανούς ηγέτες, και στο κορυφαίο προτέρημά τους, στην ικανότητα της ορθής πρόγνωσης, της προνοητικότητας. (Τζων Χ. Φίνλε?, Harvard, Θουκυδίδης, σελ.311-312, εκδ. Δημ. Παπαδήμα, Αθήνα 1985).
Ο θεμελιωτής της «πολιτικής» ιστορίας Θουκυδίδης, συμπυκνώνει, στο πρόσωπο του Περικλή, τις αρετές του πολιτικού σε τέσσερα σημεία: στην προνοητικότητα, «επί πλέον έτι εγνώσθη η πρόνοια αυτού», στην ικανότητά του να επικοινωνεί με το πλήθος ως ελεύθερους πολίτες, στον πατριωτισμό του, και τέλος στο απόξενό του στη δωροδοκία και στο χρηματισμό, «χρημάτων τε διαφανώς αδωρότατος γενόμενος κατείχε το πλήθος ελευθέρως», (Βιβλίο ΙΙ,65,6,8). Αρετές που σήμερα «κοσμούν»! πληρέστατα, και «διανθίζουν»! την πολιτική ζωή του Μητροπολιτικού και του Κυπριακού Ελληνισμού!...
Σε μια δημοκρατική πολιτεία, ο ιστορικός, χωρίς να παρεμβαίνει, αφήνει τους μεν πολιτικούς να αυτοχειριάζονται, να «αυτοκτονούν», μέσα από τα λόγια και τα έργα τους, τους δε πολίτες μέσα από τις επιλογές και την ψήφο τους.Ο νεανίσκος Αλκιβιάδης, υβριστικά επαιρόμενος, παρασύρει τους Αθηναίους στην καταστροφική Σικελική εκστρατεία, εκμεταλλευόμενος τη ματαιοδοξία του πλήθους, είτε για νέες κατακτήσεις και νέες εμπειρίες, «όψεως και θεωρίας», είτε για αποκόμιση χρημάτων, και διεγείροντας το άφρον πάθος των πολλών να αποπλεύσουν, «και έρως ενέπεσε τοις πάσιν ομοίως εκπλεύσαι», (Θουκυδίδη, βιβλίο Στ΄, κεφ.24).
Ο ιστορικός εκθέτει και την αφροσύνη των πολλών, αλλά και το υπερφίαλο, το ασταθές του πολιτικού ήθους, καθώς και το ψευδεπίγραφο, το κίβδηλο του «πατριωτισμού» τού Αλκιβιάδη, και, διαχρονικά, το ανήθικο και το φαύλο των «νεοσσών» της πολιτικής ζωής.
«Επιθυμών και ελπίζων… ότι θα ωφεληθεί, και ατομικώς τόσον εις χρήματα όσον και εις δόξαν… και μου αρμόζει, ω Αθηναίοι, περισσότερον παρά εις πάντα άλλον, να άρχω, και συγχρόνως νομίζω ότι είμαι άξιος»!... (Νικόλαου Ανδρ. Κολέζα, Θουκυδίδη Ιστορίαι, βιβλίο Στ΄, κεφ. 15-16, εν Αθήναις, 1966).
Όταν αργότερα οι ίδιοι πολίτες συνειδητοποίησαν το μέγεθος της ολέθριας Σικελικής εκστρατείας, «καταστάλαγμα» των δικών τους επιλογών, και της μωρής δοξασίας στο πρόσωπο του Αλκιβιάδη, «εμαίνοντο κατά των ρητόρων, οι οποίοι τους είχαν εξωθήσει εις την εκστρατείαν, ως να μην την είχαν ψηφίσει οι ίδιοι», «ώσπερ ουκ αυτοί ψηφισάμενοι»!... (Θουκυδίδη, βιβλίο Θ΄ Ι, μετάφραση Ελευθέριου Βενιζέλου, βιβλιοθήκη των Ελλήνων).
Σκιαγραφώντας το χαρακτήρα του Αλκιβιάδη μέσα από τη φιλοσοφική σκέψη του Θουκυδίδη και του Πλάτωνα, και ανάγοντας τα «προτερήματά» του στο πρόσωπο της σύγχρονης πολιτικής, τότε θα αντιληφθούμε πώς ναυαγήσαμε… πώς και γιατί η δική μας κοινωνία και πολιτεία νεκρώθηκε σε «κρανίου τόπο»…
Άριστος στη διπλωματία, εύστροφος, εύγλωττος ρήτωρ… «το εμπνέον αυτού ήτο το πνεύμα ακατονομάστου αυθαιρεσίας και αγρίας φιλαυτίας, πνεύμα κενοδοξίας, το οποίο επιζητεί προσωρινούς θριάμβους και προσωπικόν θαυμασμόν»!... Στο διάλογό του με το Σωκράτη ναρκισσεύεται ως προς τα φυσικά του χαρίσματα, για να προβάλει, έναντι των άλλων, την υπεροχή του στα πολιτικά, διατυπώνοντας βέβαια μιαν άτρωτη ιστορική αλήθεια: «Μου φαίνεται πράγματι οι αναμειγνυόμενοι εις τα πολιτικά μας ότι είναι αμόρφωτοι, (ακαλλιέργητοι), εκτός ολίγων». «Δοκούσι γαρ μοι οι τα της πόλεως πράττοντες εκτός ολίγων απαίδευτοι είναι».(Πλάτωνος «Αλκιβιάδης», ΧV, Βιβλιοθήκη ΠΑΠΥΡΟΣ,σελ. 9 και 81, εν Αθήναις 1938).
Βαρύ και επώδυνο το τίμημα της απαιδευσίας των πολιτικών που εδώ και δεκαετίες συνθέτουν το πολιτικό κατεστημένο του τόπου μας, απόρροια βέβαια του αδιάλειπτα νοσηρού και υπεροπτικού κοινωνικού ελιτισμού.Αναζητούμε τους λύκους έξω από μας, ενώ βρίσκονται μέσα μας και γύρω μας.Και το κατεστημένο δεν κατασκευάζεται σε μια νύκτα. «Καλλιεργήθηκε» από την αδίσταχτη συνάφεια μιας κάστας φιγούρων που ανενδοίαστα διαφεντεύουν και πολύτροπα αφαιμάσσουν τούτη την πατρίδα, εδώ και δεκαετίες, από την ώρα της γέννησης της κυπριακής πολιτείας, καπηλευόμενοι αξίες μιας άλλης γενιάς. Ορρωδώ, δειλιάζω να την ονομάσω δημοκρατία, για να μη λεκιάσω το απροσμάχητο περιεχόμενο τής δημοκρατίας, με εκπνοές δυσώδεις.Ο Πλάτωνας χαρακτηρίζει ως πράξη άνανδρη την καπηλεία και την ανικανότητα της δημιουργίας νέων επιτευγμάτων. (Πλάτωνος, «Μενέξενος ή Επιτάφιος -Ηθικός», 247b).
Η αλαζονική κοινωνική ελίτ, το πολιτικό και το οικονομικό κατεστημένο, και το συνδικαλιστικό φερέφωνο, ως συγκοινωνούντα δοχεία, μηχανεύονται «ανιδιοτελείς» μεθοδεύσεις. Στη σύγχρονη δημοκρατία η αποχή της ψήφου λειτουργεί ως απαξιωτική αποστροφή. Οι επικριτές της αποχής επικαλούνται τη Θουκυδίδεια θέση, ότι τον απράγμονα, (τον μη αναμειγνυόμενο), στα πολιτικά δρώμενα «αχρείον νομίζομεν». (Βιβλίο ΙΙ,40). Και όμως!...Η Αθηναϊκή δημοκρατία μερίμνησε:Επιστρατεύει ένα μοναδικό αντίδοτο, στα καρκινογόνα πολιτικά αδιέξοδα: τον εξοστρακισμό, τη δύναμη του πλήθους να εξοστρακίζει, να εξορίζει όσους από τους πολιτικούς κρίνονταν επικίνδυνοι για τους θεσμούς. Μήπως ήρθε η ώρα της κάθαρσης, η ώρα της αναβίωσης του εξοστρακισμού;
Και οι ξένοι, οι ανελέητοι και οι αφελείς, να μη μας κατανοούν!... Η πάσχουσα ανθρωπότητα, με μύρια δεινά, με πόση αγνωμοσύνη αντιμετωπίζει τους «δοκιμαζόμενους» νεοέλληνες!... Είναι και εκείνη η νεοθωμανική Τουρκία που μας παρενοχλεί τις ατέλειωτες ώρες της απαθούς νιρβάνας. Έχουσα πλήρη επίγνωση του γεωπολιτικού της εκτοπίσματος και κατ’ επέκταση της γεωστρατηγικής της σημασίας, κατά καιρούς μάς θυμίζει ότι διαβιούμε στις παρυφές της αχανούς επικράτειάς της... Με κρυψίνοια Σφίγγας επιχαίρει για τη «διορατικότητα» των «νεοσσών» της πολιτικής μας να χαράζουν δονκιχωτικές στρατηγικές, εδώ και δεκαετίες!... Από το 1878 (συνέδριο του Βερολίνου), προσμένει του χρόνου τα γυρίσματα…Κάποια γενιά, ξαφνικά, ίσως «αφυπνιστεί» από ένα νέο εφιάλτη, οδυνηρότερο από τα όσα τραγικά συνέβησαν στη Σμύρνη, στην Κω, και στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1821. (Σπυρίδωνος Τρικούπη, «Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως», σελ.258-261, εκδ.ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ).
Αιτιόμαστε τους ξένους για τον παντοειδή ξεπεσμό μας και απαιτούμε από τους άλλους μια σταλιά αξιοπρέπειας. Η ουσία του περιεχομένου της βρίσκεται στην ελληνοπρεπή ετυμολογία της: αξιοπρέπεια, το αρμόζον εις αξίους. Κι εμείς! Ευτελείς κι αναξιοπρεπείς, άρχοντες και αρχόμενοι. Κράτιστη δύναμή μας η αχαλίνωτη φιλοχρηματία, η ασύδοτη και κυνική κερδοσκοπία. «Στεφανηφόρος» ο μακροχρόνιος αγώνας!... «Δαφνηφόρος» ο εμπαιγμός εαυτών και αλλήλων!...
Δεν είναι πια καιρός για ψευδαισθητικά ευχολόγια, μιας κούφιας θεωρητικολογίας και ιστορικής απαιδευσίας.Η απόδοση της ευθύνης για τον ξεπεσμό μάς δίνεται στα ομηρικά έπη, κιόλας από τον 8ο αι. π.Χ.Η κουραστική και κενόφρονη ρητορεία του «δημοβόρου» άρχοντα, (δήμος και βορά), των «νεοσσών» πολιτικών που βιβρώσκουν, κατατρώγουν τους πολίτες και τα δημόσια, μας καταβάλλει ψυχικά και πνευματικά. Βέβαια η ευθύνη μετατίθεται, σύμφωνα με τον τυφλό ποιητή, και στους «ουτιδανούς», τους χωρίς κύρος τιποτένιους, απαίδευτους και άβουλους πολίτες. (Ιλιάδα Α΄, στίχος 231).
Ο ορίζοντας σκιώδης. Μόνη διέξοδος, για την οχύρωση της ατομικής και της εθνικής αυθυπαρξίας και επιβίωσης, είναι οι ομοούσιες αρετές της αξιοπρέπειας και της μεγίστης των αρετών, της αυτογνωσίας, του Σωκρατικού «γνώθι σ’ αυτόν». Και οι δυο αρετές είναι σύμφυτες με τις αξίες της εθνικής μας παράδοσης, αλλά ταυτόχρονα δεν αντιμάχονται τη συνύπαρξη, και το σεβασμό της διαφορετικότητας κάθε σύνοικου στοιχείου.
Αντίθετα η περιδιάβασή μας ως τουριστικών νομάδων στην αλωθείσα προγονική γη, και το χείριστο και επονείδιστο η «αξιοποίηση» των «υπηρεσιών»!... των κατακτητών συνιστούν την πιο τιποτένια φαυλότητα. Το αεροπορικό κόμιστρο φτηνό!...για την Πόλη της του Θεού Σοφίας. Πόση ανθρώπινη και εθνική φτήνια, ποταπότητα…Μοναδικό και ευτελέστατο φαινόμενο στην παγκόσμια ιστορία!...
Πώς, λοιπόν, να εισέλθουμε στο άδυτο της αξιοπρέπειας και της αυτογνωσίας; Η ΕΛΕΝΑ ΑΚΡΙΤΑ μάς οδηγεί στον ακήρατο, στον αμόλυντο κόσμο τους: «…Και όταν «άνοιξαν» τα σύνορα, μεγάλη γυναίκα πια, περπατάω στα στενά δρομάκια στη Μόρφου. Έξω από την εκκλησία του Αγίου Μάμαντος βγάζω από την τσάντα μου ένα πλαστικό σακουλάκι. Παίρνω μια χούφτα χώμα, το ρίχνω μέσα και κλείνω το σακουλάκι προσεχτικά. Προορισμός της γενέθλιας γης ο τάφος του πατέρα μου στην Αθήνα… Δυο κρεμανταλάδες της άλλης πλευράς αγριοκοιτάνε… Η συγκίνηση μετατρέπεται σε οργή. Φεύγω. Αθήνα. Σκορπίζω το χώμα στον τάφο και ορκίζομαι πως δεν θα ξαναπατήσω το πόδι μου στη Μόρφου, αν δεν μπορώ να περάσω ελεύθερα…».
Είναι η ώρα που «μετράμε και κρίνουμε την ανθρωπιά μας», κατά τη Σεφερική ρήση, αν βέβαια μας ξέμειναν κάποια κατάλοιπα ενοχών!...
Κι εμείς, επιτέλους τί είμαστε! Ανέμελοι ομφαλοσκόποι!..., διαβήκαμε τα πενήντα και πλέον χρόνια της Κυπριακής πολιτείας, παρακάμπτοντας τη σκληρή και ενοχλητική αλήθεια για τον κοινωνικό, ηθικό και θεσμικό ξεπεσμό…, και το αναίσχυντο, απαρνούμενοι, και νοθεύοντες το θησαυρό της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Τί επιτελέσαμε με αξιοπρέπεια και με αυτογνωσία; Τί πράξαμε με πυξίδα το «μέτρον άριστον»;!... Η αδίσταχτη και η άνομη αισχροκέρδια, η μωροφιλόδοξη και προκλητική επιδειξιομανία, η ακόρεστη αρχομανία, ξεπέρασαν, εδώ και καιρό, το δείκτη της αγωνίας για εθνική και φυσική επιβίωση.
Το μέλλον προοιωνίζεται σκοτεινό, όταν και η οικογένεια, το πιο ζωογόνο κύτταρο, οδηγείται σε αποσύνθεση. Ναρκωμένοι από το όπιο του σάπιου, αλλοτριωτικού οικονομικού «θαύματος» και από το στέγνωμα των «νεοσσών» της σύγχρονης πολιτικής ζωής, ξενιτευόμαστε, χάνουμε τη φωνή μας!... Ταξιδεύτρα, βουλιαγμένη πατρίδα, γιατί μας έφερες σ’ αυτή την πίκρα; (Από ένα ατελές, κυπριακό ποίημα του Γ. Σεφέρη).
Μόνη μας ελπίδα: Το αδιαμφισβήτητο ιστορικά γεγονός ότι συνειδητά μιλούμε και γράφουμε ελληνικά, εδώ και 3000 χρόνια, «σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά» του Ελληνισμού. Βέβαια η ιστορική αυτή αλήθεια ενοχλεί τους χαμαιλεοντικά και συγκυριακά ελληνίζοντες. «Όπου γλώσσα, πατρίδα», ομολογεί ο Οδυσσέας Ελύτης. (εν Λευκώ, σελ.473-475, Ίκαρος). Γλώσσα, πατρίδα και ήθος είναι, για τον ποιητή, έννοιες ταυτόσημες. (Ανοιχτά χαρτιά, σελ.317, Ίκαρος). Τουλάχιστον ας διαφυλάξουμε τη γλώσσα, το τελευταίο προζύμι της ύπαρξής μας.
ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΠΑΠΑΝΕΑΡΧΟΥ
Φιλόλογος
Η ανακύκληση=επανάληψη από το ρήμα ανακυκλέω=επιστρέφω, επαναλαμβάνομαι.
Η ανακύκλωση από το ρήμα ανακυκλόω που σημαίνει κάμνω κύκλο.




