Ότι και καλά, ρε μάνα, τη δεύτερη Κυριακή του Μάη περίμενα για να τα πούμε - να τα πω δηλαδή, δεκαεφτά χρόνια εγώ τα λέω, εγώ τ’ ακούω! Να βλαστημάω την κληρονομιά που μ’ άφησες να με παιδεύει, για κείνο το διαβολεμένο πείσμα λέω, να κρατιέσαι και να παλεύεις τ’ απάνθρωπα, ολομόναχη, ξένη, φτωχιά, ν’ αγκομαχάς στη βιοπάλη. Χρόνια και χρόνια μια και δυο δουλειές, μέρα και νύχτα.

Παιδί στα δεκατέσσερα να παλεύω να σε στυλώσω σαν σου σκότωσαν τον σύντροφο. Σαν έχασα τον δικό μου, με κατσάδιαζες: «Πώς κάνεις έτσι, ούτε η πρώτη είσαι, ούτε θα ’σαι η τελευταία». Δεν ξέρω πώς κρατιόμουνα, μόνο σου φώναζα πως εκείνη την ψυχή μόνο εγώ την είχα χάσει. «Η ζωή δεν είναι μονότονη, να ’χεις κουράγιο και δύναμη», μου ’λεγες, λες και τη χρειαζόμουνα την ορμήνια σου, μπροστά μου την είχα ζωντανή. Μαστίγιο και καρότο τα λόγια σου.

Σφίγγουνε πάλι οι ζέστες, νάτα τα δειλινά που μικρή δεν ξεκολλούσα από πάνω σου. Καθόμασταν οι δυο μας κι έβγαζες γλυκό νεραντζάκι, μου ’σταζες καφέ στο πιατάκι του φλιτζανιού σου, «δεν πίνουν καφέ τα μικρά παιδιά» μου ’λεγες (λες γι’ αυτό να τον έκανα ύστερα σύντροφο ζωής;). Εγώ να σου βγάζω τη βέρα, «δώσ’ μου να τη φορέσω λίγο», «άμα μεγαλώσεις να βρεις άντρα να σου περάσει βέρα, που μου θέλεις τη δικιά μου»!

Να καθόμαστε τις νύχτες μεγαλωμένη πια, να βλέπω τα κρινοδάκτυλά σου να δουλεύουν το βελονάκι, ν’ ανεβοκατεβαίνουν στο πλέξιμο σαν σμιλεμένα απ’ τον Φειδία σ’ άγαλμα της αρχαίας Αθήνας κι εγώ να λυσσάω με τα δικά μου κοντόχοντρα δάκτυλα. «Τι να σου κάνω; Ας μην έμοιαζες σ’ όλα του πατέρα σου». Ν’ αρπάς ξαφνικά αλεύρι και νερό, νάτος ο χυλός, σε δυο λεπτά, έτοιμες η πίτες, ζάχαρη από πάνω και κανέλα. «Να σου πω κι ένα τρελό του χωριού μου;» «Όχι, ρε μάνα, να μη μου πεις, εγώ δεν έχω ρούχο και παπούτσι κι εσύ…» «Και που δεν έχεις ρούχο και παπούτσι; Έχεις τη μάνα σου, εγώ τη δικιά μου δεν τη γνώρισα. Ξέρεις τι είναι να μην έχεις μάνα;»

Να με πρήζεις κάθε στιγμή, «Πού ήσουν;», «Γιατί άργησες;», μια θέση γύρευες, να ’χεις λόγο. Κι εγώ να ονειρεύομαι τον πρίγκιπα που θα με γλίτωνε απ’ τη μουρμούρα σου, τον ήθελα ωραίο, ταξιδεμένο, χορτάτο της ζωής κι απελπιζόμουνα που ένα γύρο έβοσκαν μόνο κάτι αμούστακα παιδαρέλια. Και σε πείραζα: «Παναγιά μου, να μου τύχει κανένας πρίγκιπας σαν τον δικό σου, χοντρούλης, φαλακρός με γυαλιά»! «Όταν έρθει θα καταλάβεις» μου ’λεγες και χαμογελούσες. Σαν ήρθε ο δικός μου, κατάλαβα πως αλλού ήταν αυτά που γύρευα, στην αρχοντιά της ψυχής, την τρυφεράδα, τη ζεστασιά του.

Πάνε όλα, καθώς πήγαν και του δικού σου.

Κι ήρθε η ώρα, έφευγες ογδόντα έξι, μα τέτοια λαχτάρα ζωής ούτε δεκαεξάχρονη. Λες κι ήταν η βασανισμένη ζωή σου όνειρο κι έτρεμες μην ξυπνήσεις. Σε φιλούσα, σε χάιδευα και γινόμουν έξαλλη που πρώτη φορά πρόσεχα τι απίστευτα χρώματα είχαν τα μάτια σου, μελί, γκρίζο και πράσινο, σε τέτοιες αποχρώσεις κι εγώ τώρα να τα βλέπω; «Πόσο μ’ αγαπούσες, τώρα το κατάλαβα» μου ’πες λίγο πριν το τέλος που το ’νιωσες.

«Έχουμε ελπίδες;» ρώταγες. «Έχουμε, μάνα, έχουμε». «Της Σάμου είναι τούτα τα βουνά;» «Όχι μάνα, της Κύπρου είναι». Δεν στο ’πα το ψέμα, να σου ’δινα τούτη τη χαρά, αν ύστερα καταλάβαινες και μ’ έλεγες ψεύτρα;» Όχι, καλύτερα που το πήρες μαζί σου τ’ όραμα, τα βουνά της Σάμου, το χωριό σου.

Άντε, πάω να φτιάξω καφέ, για έναν όμως. Άλλη ώρα τα λέμε πάλι.