Υπό την κυπριακή προσέγγιση, ενδεχομένως να στιγματίζεται δυσανάλογα το σύνολο των νέων οδηγών με το πρόσχημα της απειρίας τους
To νομοσχέδιο που τροποποιεί τον περί Οδικής Ασφαλείας Ν.174/86 με τη μείωση του επιτρεπτού ορίου αλκοόλης από τα 22 στα 9 μιλιγκράμ, για τους αρχάριους οδηγούς και τους επαγγελματίες οδηγούς, αποσκοπεί στη μεγιστοποίηση της οδικής ασφάλειας με το αιτιολογητικό πως οι συγκεκριμένες κατηγορίες υπέχουν αυξημένης ευθύνης κατά την οδήγηση. Κατά πόσον, όμως, αυτή η τροποποίηση είναι εύλογη και αναγκαία; Το νομοσχέδιο φαίνεται πως ρητώς δημιουργεί μια νέα κατηγορία, αυτή των ‘αρχάριων’ οδηγών. Η αμφιβολία που προκύπτει είναι εάν είναι ορθό οι αρχάριοι οδηγοί να υπόκεινται σε αυξημένη ευθύνη, αντί στην ίδια ευθύνη με τους υπόλοιπους οδηγούς.
Ήδη, εκ προοιμίου, φαινόταν γενικότερα από τη νομοθεσία πως η μόνη διαφορετική κατηγορία οδηγών με περισσότερες επιφυλάξεις από τον Νόμο, ήταν οι μαθητευόμενοι οδηγοί, οι οποίοι δεν κατέχουν την εμπειρία ενός ολοκληρωμένου οδηγού. Η μεταρρύθμιση του νομοσχέδιου για τη μείωση της ανεκτής ποσότητας αλκοόλης στα 9 μιλιγκράμ, φαίνεται πως δεν συμμερίζεται κατάλληλα τη μετάβαση του μαθητευόμενου οδηγού σε ολοκληρωμένο οδηγό, καθώς υποβάλλει τον πλέον ολοκληρωμένο μαθητευόμενο οδηγό σε μια εκ νέου δοκιμασία, μέσω της ένταξής του στην κατηγορία του ‘αρχάριου’ οδηγού. Το ερώτημα που προκύπτει είναι, εάν ο νομοθέτης έχει συνειδητοποιήσει την άρρηκτη ανάγκη επίδειξης ενός αναγκαίου μέτρου εμπιστοσύνης στον νέο οδηγό, έτσι ώστε να κρίνεται με τα ίδια μέτρα και σταθμά όπως τους υπόλοιπους οδηγούς.
Η νομική προσέγγιση υπό το άρθρο 28 του Κυπριακού Συντάγματος προβάλλει σε γενικό βαθμό το ανθρώπινο δικαίωμα της ισότητας ενώπιον του Νόμου, άνευ ουδεμιάς δυσμενούς διακρίσεως. Το ερώτημα είναι κατά πόσον η διάκριση με την αυξανόμενη ευθύνη στους ‘αρχάριους οδηγούς’ είναι εύλογη. Η αγγλική νομολογία, αν και μη δεσμευτική σε σχέση με την κυπριακή νομοθεσία, μπορεί στην παρούσα περίπτωση να δώσει γενική καθοδήγηση επί του ερωτήματος.
Σε αστική υπόθεση οδικής αμέλειας, το αγγλικό Εφετείο αποφάσισε πως το καθήκον επιμέλειας (δηλαδή η οφειλόμενη προσοχή) του μαθητευόμενου οδηγού οφείλει να είναι ανάλογο με τον μέσο συνετό οδηγό. Δηλαδή, ο μαθητευόμενος οδηγός δεν πρέπει να κρίνεται με τα μέτρα και σταθμά των άλλων μαθητευόμενων οδηγών. Μια τέτοια προσέγγιση θα συγχωρούσε πολλά λάθη και παραλείψεις εις βάρος της οδικής ασφάλειας.
Όπως τόνισε το αγγλικό Εφετείο, αυτό θα ισοδυναμούσε με ανατάραξη των κανόνων δικαίου σχετικά με το επίπεδο επιμέλειας, επειδή θεωρήθηκε απαράδεκτο το επιχείρημα, ένας μαθητευόμενος οδηγός να οφείλει λιγότερη επιμέλεια από τον συνηθισμένο και λογικό οδηγό. Εν προκειμένω, παρατηρείται πως τα αγγλικά δικαστήρια, όχι μόνο δεν προσθέτουν νέα κατηγορία ‘αρχάριων οδηγών,’ αλλά εξομοιώνουν τους ήδη μαθητευόμενους οδηγούς με τους συνήθεις οδηγούς, δηλαδή, μια αντίθετη προσέγγιση με τη νέα κυπριακή πραγματικότητα.
Road and Safety Act
Μπορεί μεν η σχετική αγγλική νομοθεσία του Road and Safety Act να μη σχημάτισε μια νέα κατηγορία ‘αρχάριων οδηγών’, αλλά, εν τούτοις, φαίνεται πως προχώρησε σε δραστικότερα μέτρα για την επίλυση του προβλήματος της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης. Το Road Safety Act προνόησε την κατηγορία των οδικών παραβατών υψηλής επικινδυνότητας (high risk offenders), η οποία, συνοπτικά, περιλαμβάνει τους συχνά καταδικασθέντες για αδικήματα οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης. Η συγκεκριμένη κατηγορία οδηγών, για να μπορέσει να επανενταχτεί στο οδικό δίκτυο, υποχρεούται προηγουμένως να παρακολουθήσει μαθήματα αναμόρφωσης σε σχέση με την οδική ασφάλεια και να περάσει επιτυχώς από ανάλογες δοκιμασίες. Εν προκειμένω, φαίνεται ξεκάθαρα πως η αγγλική προσέγγιση προσφέρει μια συγκεκριμένη μορφή επίλυσης του προβλήματος, σε συγκεκριμένους οδηγούς.
Σε αντίθεση, ο Κύπριος νομοθέτης δεν φαίνεται να συγκεκριμενοποίησε επαρκώς τα πυρά του κατά του σχετικού προβλήματος. Απεναντίας, φαίνεται να προσφέρει μια γενικότερη, αλλά αόριστη, λύση, η οποία αναγκαστικά υποβάλλει ολόκληρο το σύνολο των νεών οδηγών υπό αυστηρότερα μέτρα αντί να εστιάσει στους πραγματικά υπαίτιους οδηγούς, όπως η αγγλική νομοθεσία προνοεί. Υπό την κυπριακή προσέγγιση, ενδεχομένως να στιγματίζεται δυσανάλογα το σύνολο των νέων οδηγών με το πρόσχημα της απειρίας τους.
Οι νέοι οδηγοί δεν κρίνονται αντάξιοι να τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης στην αλκοόλη, όπως οι συνήθεις οδηγοί, ενώ κάλλιστα μπορεί να υπάρχουν και αρκετές περιπτώσεις όπου οι νέοι οδηγοί να μπορούν να αντεπεξέλθουν καλύτερα από τους συνήθεις οδηγούς υπό την επήρεια της αλκοόλης. Εξάλλου, μπορεί να υποστηριχτεί πως η αλκοόλη, όπως κάθε ουσία, δεν ξεχωρίζει τον άπειρο από τον έμπειρο οδηγό - και τους δύο επηρεάζει. Είναι δυσνόητο το επιχείρημα πως ο έμπειρος οδηγός μπορεί να αντέχει περισσότερη ποσότητα αλκοόλης από τον αρχάριο οδηγό, εκτός, φυσικά, αν ακολουθεί ο παράδοξος συλλογισμός πως ο έμπειρος οδηγός συνήθισε να οδηγεί υπό την επήρεια της αλκοόλης.
Αντί να υπάρχει ενθάρρυνση και επίδειξη εμπιστοσύνης πως οι αρχάριοι οδηγοί οφείλουν να τυγχάνουν της ίδιας αντιμετώπισης με τους συνήθεις οδηγούς, έτσι ώστε να αναβαθμίζεται το επίπεδο επιμέλειας των νέων οδηγών, δυστυχώς φαίνεται πως το νέο κυπριακό οδικό καθεστώς παρουσιάζει μια πατερναλιστική και απαγορευτική προσέγγιση εις βάρος των νέων οδηγών. Εάν οι πιο πάνω τοποθετήσεις ενέχουν επαρκή λογική, τότε, πιθανόν, μεταξύ των πρώτων καταδικασθέντων νέων οδηγών, υπό το τροποποιημένο οδικό καθεστώς, να τεθεί θέμα παραβίασης του ανθρώπινου δικαιώματος της ισότητας ενώπιον του Νόμου, λόγω δυσμενούς διάκρισης.
Είναι απόλυτα κατανοητό πως η αλκοόλη παραμένει η κύρια αιτία των θανατηφόρων οδικών συγκρούσεων, όπως το επισημαίνουν και οι διάφορες ευρωπαϊκές αλλά και κυπριακές μελέτες. Εν τούτοις, θα ήταν πιθανότατα πιο επιθυμητό, εάν οι αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές, και γενικότερα όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς, πρότειναν και εφάρμοζαν μέτρα που εστιάζουν στους πραγματικά υπαίτιους οδηγούς, τα οποία μέτρα δεν στρέφονται, κατά πρόχειρο βαθμό, ενάντια στο ολοκληρωμένο σύνολο των νέων οδηγών, για να καλύψουν τις μεμονωμένες επικίνδυνες περιπτώσεις των πραγματικά υπαίτιων οδηγών.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
Ασκούμενος Δικηγόρος




