Η προσφορά υπηρεσιών από το άτομο ή από ομάδες ατόμων προς το κοινωνικό σύνολο χωρίς επιβολή και χρηματική ανταμοιβή σε τομείς όπου δεν υπάρχουν αντίστοιχες οργανικές θέσεις εργασίας σε φορείς ή οργανισμούς, συνθέτει το περιεχόμενο και το πλαίσιο δράσης του εθελοντισμού. Ο ρόλος των εθελοντικών οργανώσεων στη διαχείριση της κοινωνικής πολιτικής καθίσταται σημαντικός, καθώς αποτελούν ένα πεδίο ανίχνευσης νέων αναγκών κοινωνικής προστασίας και προπορεύονται του κράτους στην επεξεργασία των προγραμμάτων αντιμετώπισής τους.
Το φαινόμενο του εθελοντισμού μπορεί να πάρει διάφορες διαστάσεις με βάση τις αρχές και την κοινωνικο-οικονομική και πολιτισμική πραγματικότητα της κοινωνίας. Οι τομείς της εθελοντικής δράσης περιλαμβάνουν την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιατρικές και ανθρωπιστικές παρεμβάσεις σε περιόδους κρίσεων, την καταπολέμηση της φτώχιας και του κοινωνικού αποκλεισμού, την υποστήριξη των ευπαθών ομάδων, την προστασία του περιβάλλοντος και των απειλούμενων ειδών και δράσεις κοινωφελούς χαρακτήρα.
Σε ένα περιβάλλον οικονομικής κρίσης, εξαθλίωσης των συνθηκών διαβίωσης των κοινωνικών ομάδων και ανασφάλειας, καθίσταται σημαντική η αυτοοργάνωση των πολιτών με στόχο την ηθική και υλική υποστήριξη εκείνων που συνθλίβονται υπό το βάρος των νέων συνθηκών. Η αναγκαιότητα συνειδητοποίησης της συλλογικής δράσης και ενεργοποίησης της αλληλεγγύης των πολιτών έρχεται ως απάντηση στον εγκλωβισμό αρκετών κοινωνικών ομάδων και στο αδιέξοδο αντιμετώπισης των προβλημάτων τους.
Η αντίδραση αυτή μετατρέπει τους ανθρώπους από απλούς παρατηρητές του κοινωνικού δράματος σε παράγοντες εξελίξεων, καθώς καθιστούν εφικτή τη συγκρότηση μη κυβερνητικών πόλων εξουσίας με επαρκείς γνωστικές, τεχνικές και οικονομικές υποδομές που ενεργοποιούνται στη βάση της ανιδιοτελούς προσφοράς προς τον συνάνθρωπο. Το δικαίωμα της συμμετοχής επίσης των νέων στην εθελοντική εργασία αναγνωρίζεται από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού των Ηνωμένων Εθνών (1989).
Ο ενθουσιασμός, τα αποθέματα ενέργειας, οι δημιουργικές ιδέες και προοπτικές των νέων αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για τη συμμετοχή τους σε εθελοντικούς οργανισμούς, όπου θα έχουν τη δυνατότητα προσφοράς γνώσεων και δεξιοτήτων, προάγοντας έτσι μια υγιή στάση ζωής τη δεδομένη χρονική στιγμή της επιλογής τους αλλά και στο μέλλον. Βασικά κίνητρα για παροχή εθελοντικής εργασίας αποτελούν η απόκτηση ηθικής και συναισθηματικής ικανοποίησης, η δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου και η εμπλοκή σε συλλογικά προβλήματα μέσω της διαδικασίας ανταλλαγής εμπειριών και γνώσεων, που προάγει την κοινωνική συνείδηση και συνοχή.
Απαραίτητες προϋποθέσεις για την ασφαλή ενεργοποίηση των κινήτρων αυτών είναι η αξιοπιστία και η σαφής διατύπωση των στόχων της εθελοντικής εργασίας, καθώς και η εξασφάλιση ενός πλαισίου εποικοδομητικών σχέσεων μεταξύ των εμπλεκομένων. Μια κριτική ματιά στην αξιολόγηση των κινήτρων της εθελοντικής δράσης αφήνει να διαφανούν και κάποιες όψεις της αρνητικής εκδοχής αυτών. Παρατίθενται ορισμένες επικριτικές αντιλήψεις.
Ενώ η εκούσια ενσυνείδητη κοινωνική προσφορά των εθελοντών υποκινείται από ανιδιοτελή διάθεση, ωστόσο επικριτικά θεωρείται ότι γίνεται χρήση αυτής της μορφής δραστηριοποίησης και το ένδυμα της εθελοντικής οικειοποίησης δύναται να καλύψει προσωπικές φιλοδοξίες. Η επικουρική παρουσία τους δίπλα από το κράτος πρόνοιας ενεργοποιεί, σύμφωνα με ορισμένους επικριτές, τον μηχανισμό κατευνασμού της πολιτικής και κοινωνικής δυσαρέσκειας, όχι μόνο με στόχο την αντιμετώπιση των κοινωνικών αναγκών αλλά κυρίως την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Επικριτική θεωρείται και η αντίληψη ότι κινητήριο δύναμη της εργασίας των εθελοντών δεν αποτελεί η ανάγκη συνεισφοράς προς τον συνάνθρωπο αλλά η πρόθεση εξεύρεσης δυνατοτήτων εμπλουτισμού των περιορισμένων δράσεων της καθημερινότητάς τους. Ενώ σήμερα η επιστημονική κοινότητα, τα μέσα ενημέρωσης και η κοινή γνώμη έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους γύρω από τις οργανώσεις παροχής εθελοντικών υπηρεσιών, το εθελοντικό κίνημα αντιμετωπίζεται ακόμη με δυσπιστία από πολλούς, όχι μόνο στη βάση της αξιολόγησης των κινήτρων που έχουν αναφερθεί, αλλά και επειδή δεν έχει διασφαλιστεί ακόμα το κατάλληλο νομικό και φορολογικό πλαίσιο, προκειμένου να προωθηθούν οι κοινωφελείς του στόχοι.
Η απάντηση σε τέτοιου είδους επικρίσεις είναι ότι μέσω του εθελοντισμού -που οριοθετεί ιδιαίτερα στις χώρες της Ευρώπης τον τρίτο πυλώνα της οικονομίας, παρέχοντας υλικά αγαθά και υπηρεσίες που αδυνατούν να προσφέρουν το κράτος και η ελεύθερη αγορά- επιτυγχάνεται η αντιμετώπιση προβλημάτων καταστροφών, υποσιτισμού και εξαθλίωσης, η βελτίωση των συνθηκών ζωής των ευάλωτων και ευπαθών κοινωνικών ομάδων, η ενδυνάμωση των κοινωνικών δεσμών, η καλλιέργεια της πεποίθησης της ενεργούς δράσης και της συλλογικής ενέργειας με σκοπό την προαγωγή της ιδέας της εθνικής ομοψυχίας και την ανάπτυξη του ιδεώδους της ανθρωπιστικής προσέγγισης με αλτρουισμό.
Πρέπει να καταστεί σαφές ότι ο εθελοντισμός όχι μόνο ως κοινωνική προσφορά και φιλανθρωπία αλλά και ως δυναμικός τρόπος κοινωνικής συμμετοχής του ανθρώπου με στόχο την εξέλιξη της κοινωνίας, αποτελεί μια στάση ζωής, έναν προορισμό, µια σημαντική εμπειρία που όλοι οι άνθρωποι είναι καλό να βιώσουν έστω και για µια φορά στη ζωή τους. Επειδή στην ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου ανήκει η γενναιοδωρία και η ενασχόλησή του με τη φύση και την κοινωνία, ο εθελοντισμός αποτελεί εν κατακλείδι τη σοφή διαχείριση του περισσεύματος της ψυχής.




