Εφτά χρόνια κι αναρωτιέσαι πώς θα ΄νιωθε αν ζούσε αυτά που ζούμε καιρό τώρα, εκείνη η τρυφερή ψυχούλα που πάλεψε με τη δύναμη της μουσικής, του στίχου, να δώσει στον άνθρωπο έναν κόσμο αγάπης με τρυφεράδα, αρχές, λεβεντιά. Και ξαναζείς εκείνο το πρωινό.

Πως ερχόταν το τέλος λίγοι το ’ξεραν, αστροπελέκι ήρθε η είδηση για τους πολλούς. Όχι, δεν γίνεται! Εκείνο το λιγνό αγόρι με τη φυσαρμόνικα, ολάκερο ένα ολόγλυκο τρυφερό χαμόγελο, μ' εκείνα τα μάτια πάντα πλημμυρισμένα με τη μελαγχολία του παιδιού που κουβαλά στο δισάκι του χρόνια δύσκολα, τους άφησε μεσοστρατίς τους φίλους να τραγουδάνε τα «τραγούδια της παρέας» κι ανέβηκε πασχαλιάτικο ξημέρωμα με τις μοσκοβολιές της άνοιξης συνταιριασμένες με τους ήχους της αναστάσιμης καμπάνας, πιασμένος χεράκι με τον Χριστό, στα ουράνια. Τέτοια ώρα διάλεξε ο Μάριος Τόκας -ή μήπως ο ίδιος ο Θεός;- για το ταξίδι. Χαμογελαστή και η Θεογεννήτωρ Μαρία που ύμνησε στην τελευταία δημιουργία του, από κοντά θα του κρατούσε το χέρι, μην ξανοιχτεί στους λειμώνες με τ’ ασφοδέλια και ξεχαστεί με τίποτα φθόγγους και ημιτόνια.

Ένα τρελό φορτηγό τελικά πέρασε λαμπριάτικα η είδηση την ώρα του εσπερινού της Αγάπης, της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο, της αγάπης του Μάριου για τον άνθρωπο. Μ’ ένα ήθος που κρατάνε μόνο όσοι πάλεψαν πολύ κι έμειναν ανέγγιχτοι, από τους πειρασμούς και τις σειρήνες του εύκολου, ήταν μια Κύπρος μεταφυτεμένη στην Αθήνα με τις ρίζες τριάντα τόσα χρόνια να θρέφονται από το χώμα του νησιού. Πέρασε τον Αχέροντα αφήνοντας πίσω του μόνο αγάπη.

Μας έταξε ταξίδια στο Κάιρο, μας χάρισε νύχτες που μυρίζουν γιασεμί, μας πήγε βόλτες στα Λαδάδικα, ύμνησε τον έρωτα, την αγάπη για τη ζωή, τραγούδησε τούτη την πατρίδα που είναι ακόμα μοιρασμένη στα δυο κι άφησε τελευταία παρακαταθήκη μέσα από τη λεβεντιά του ζεμπέκικου «Σαν σημαδέψεις αητό μην του λαβώσεις τα φτερά, μόνο τελείωσέ τον». Έφυγε με τα δικά του φτερά, λαβωμένα, στην πάλη για τη ζωή, αφήνοντας το σημάδι απ’ το πέρασμά του στις καρδιές μας να μαρτυρά πως η ανθρωπιά, η καθαρότητα μένουν πάντα τόσο ψηλά, που μόνο κάποιοι Μάριοι τα φτάνουν.

Στη μοιρασμένη ακόμα πατρίδα γίνονται τελευταία «θαύματα». Ρεμούλα, διαπλοκή, διαβολή, εμπλεκόμενα συμφέροντα, δωροδοκίες, μίζες, δεκασμοί, λέξεις που ευτυχώς εσύ δεν ατύχησες να τις ζήσεις, Μάριε.

Εκατομμυριάκια να κάνουν φτερά και κανένα βόλι να μην τα βρίσκει, λάσπη, φθόνος, φτώχια, πόνος, οι πλούσιοι πλουσιότεροι, οι φτωχοί φτωχότεροι. Θ’ άντεχες, άραγε, να τα ζήσεις όλ’ αυτά; Καταφυγή μας, η συντροφιά σου μέσα απ’ τα χιλιοτραγουδημένα όμορφα που ονειρεύτηκες. Τι μένει παρά, αν ξέραμε πως μας άκουγες, να σου λέγαμε μια «συγγνώμη, Μάριε».