Όπως έχει δημοσιοποιηθεί, η Βουλή, με τη βοήθεια πανεπιστημιακών, επανεξετάζει τα θέματα της σύγκρουσης συμφερόντων και του ασυμβιβάστου. Από την προκαταρκτική έρευνα που έγινε, έχει καταδειχθεί ότι για τη σύγκρουση συμφερόντων γίνονται πρόνοιες ή αναφορές σε τριάντα οκτώ νόμους και για το ασυμβίβαστο σε εκατόν είκοσι δύο νόμους. Βασικός πυρήνας όλων των νομοθεσιών αυτών είναι η εφαρμογή όλων εκείνων των αναγκαίων ρυθμίσεων, ώστε όσοι ασκούν εξουσία να ενεργούν αμερόληπτα και αντικειμενικά, και να μην έχουν οποιοδήποτε σχέση, επαγγελματική ή προσωπική, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως σύγκρουση συμφερόντων.
Εκείνο που ξενίζει είναι γιατί όλοι αυτοί οι Νόμοι παρέμειναν ώς τώρα γράμμα κενό. Απαντώντας, θα μπορούσε κάποιος να επικαλεστεί τον Εμμανουήλ Ροΐδη, ο οποίος πριν από μερικούς αιώνες έγραφε το ανεπανάληπτο: Ένας Νόμος χρειάζεται, αυτός που θα θέσει σε εφαρμογή τους υφιστάμενους Νόμους. Όμως ανεξάρτητα από τη θλιβερή αυτή διαπίστωση, οι πανεπιστημιακοί εμπειρογνώμονες ας προχωρήσουν με τον κώδικα δεοντολογίας που φαίνεται ότι καταρτίζουν, θέτοντας τα ελάχιστα κριτήρια συμπεριφοράς. Μπορούν για το εγχείρημά τους αυτό να αντλήσουν παραδείγματα και καθοδήγηση από άλλα Κοινοβούλια, που εδώ και δεκαετίες έθεσαν τον πήχη και καθόρισαν κανόνες συμπεριφοράς, αλλά και εγκαθίδρυσαν τους αναγκαίους μηχανισμούς παρακολούθησης και ελέγχου. Τώρα, αν κάποιοι για πρώτη φορά βλέπουν ή ακούουν όλα αυτά, είναι άλλο ζήτημα που δεν μπορεί καμιά νέα νομοθεσία ή συγκριτική μελέτη να θεραπεύσει…
Η πείρα εντούτοις των άλλων Κοινοβουλίων ανέδειξε ακόμα μια πτυχή του όλου θέματος: Την ανάγκη υιοθέτησης κώδικα ηθικής, ο οποίος να υπενθυμίζει τα Μέλη της Βουλής το ιερό τους καθήκον έναντι των πολιτών ότι κατέχουν ένα έντιμο αξίωμα και όχι ένα ανέντιμο επάγγελμα, που ασκείται από αναξιόπιστα πρόσωπα.
Στη δεκαετία που πέρασε, η τάση και συμβουλή διεθνούς φήμης κοινωνιολόγων αλλά και έμπειρων κοινοβουλευτικών ήταν μία και μοναδική. Η κοινωνία να επανακαθορίσει και να επιβεβαιώσει την ηθική βάση λειτουργίας της. Να υπάρξει επιστροφή στις ρίζες, με σεβασμό στις αξίες και ηθικές αρχές που καθορίζουν τον έντιμο και σωστό τρόπο ζωής. Που αποτελεί το γενικά παραδεκτό μέτρο αξιολόγησης προσώπων και συμπεριφοράς.
Βιώνοντας την απαξίωση των πολιτικών και της πολιτικής, ο πολίτης αναμένει από τους πολιτικούς υψηλά επίπεδα ηθικής, τόσο κατά την άσκηση των καθηκόντων τους όσο και στην προσωπική τους ζωή. Αναμένει από τους πολιτικούς εκ πεποιθήσεως να υπηρετούν το δημόσιο καλό, μακριά από προσωπικές φιλοδοξίες και ιδιοτέλεια. Η αποτυχία του πολιτικού να ανταποκριθεί στις νόμιμες αυτές προσδοκίες του πολίτη πλήττει τους θεσμούς και θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια τη νομιμότητα του κράτους. Οδηγεί σε απάθεια και αδράνεια και, το χειρότερο, πλήττεται το πολιτικό σύστημα ως σύνολο. Είναι, ως εκ τούτου, σημαντικό τα εκλελεγμένα μέλη της Βουλής να ενεργούν και να φαίνεται ότι ενεργούν με απόλυτο σεβασμό στη γενικά αποδεκτή κλίμακα των αξιών και ηθικών αρχών.
Για τη διασφάλιση της συμπεριφοράς αυτής χρειάζεται ο καθορισμός, χωρίς περιστροφές και πολλούς νομικισμούς, των επιθυμητών επιπέδων συμπεριφοράς. Τα επίπεδα αυτά ορίζουν αναντίλεκτες διεθνείς αρχές και βέλτιστες πρακτικές, και είναι άμεσα συνυφασμένες με την ακεραιότητα των πολιτικών, τη λογοδοσία τους για ό,τι πράττουν και την εν γένει συμπεριφορά τους, εντός και εκτός της Βουλής. Οι αρχές αυτές έχουν ανέκαθεν στηρίξει και θωρακίσει τη Δημοκρατία, ακόμα και σε δύσκολους καιρούς.
Η καλλιέργεια στην πράξη των αρχών αυτών ξεκινά από τα μικρά μέσα και έξω από τη Βουλή. Η εμφάνιση και συμπεριφορά των Μελών είναι σημαντική και συνιστά μέτρο κρίσης στα μάτια των πολιτών. Η ανάκτηση της εμπιστοσύνης και του σεβασμού προς τους θεσμούς δεν είναι επιλογή, αλλά επιτακτικό καθήκον όλων.
Συνακόλουθα, η μελέτη της αρμόδιας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής ας αποτελέσει την κινητήρια δύναμη, που θα προωθήσει την ορθή λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών και την εφαρμογή των βέλτιστων πρακτικών. Για όσους παίρνουν σωστά τα μηνύματα, μια είναι η επιλογή: Ένας καθαρός κώδικας αρχών, που να καθοδηγεί όλους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η πιστή τήρηση του κώδικα αυτού μπορεί να μην τιμήσει τους πολιτικούς με το στεφάνι της αγάπης του λαού, αλλά σίγουρα θα επαναφέρει τον χαμένο σεβασμό προς αυτούς.
ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
Τέως Γενικός Διευθυντής της Βουλής των Αντιπροσώπων
Τα ακίνητα της εβδομάδας




