Ζούμε σε μια κοινωνία όπου οι αντιθέσεις και οι κόντρες βρίσκονται μόνο στον χώρο των καταγγελλόντων και των καταγγελλομένων.
Ίσως έφτασε η στιγμή για «κάποιους» να τολμήσουν, έστω και την υστάτη, να ανατρέψουν το σκηνικό και να αναζητήσουν καινούργιες σωστές επιλογές. Το «τουρλού» ως φαγητό δεν ήταν ποτέ έδεσμα υψηλών αξιώσεων.
Με την ανάληψη του λειτουργήματος της προεδρίας της δημοκρατίας, ανοίγονται δύο πόρτες. Η μια, που δεν οδηγεί πουθενά και αναλώνεται σε διορισμούς και εξυπηρετήσεις που εξευτελίζουν τους θεσμούς και υποβαθμίζουν το κύρος κάθε εξουσίας, και η άλλη της ιστορίας. Συνήθως η πρώτη φαίνεται πιο λογική, γιατί οι πολιτικοί πιστεύουν ότι αν δεν κολλήσουν και δεν υποστηριχθούν από κάποιους θα εξαφανιστούν. Έτσι ξεκινάνε τα παζάρια και οι συμμαχίες με άσπονδους πολιτικούς εχθρούς, που καταλήγουν σε μια πολιτικοκοινωνική κόλαση, όπου οι άγιοι έχουν παρελθόν και οι αμαρτωλοί μέλλον, επιβεβαιώνοντας, χωρίς καμία εξαίρεση, ότι ο πολιτικός γεννάται ειλικρινής και πεθαίνει ψεύτης.
Στην άλλη άκρη της πρίζας, ο μεσοαστός. Ξάπλα στο καθιστικό, με μια ανάμικτη πίτα σουβλάκια, σιεφταλιά, προσπαθείς να βγάλεις άκρη. Η «δικιά» του «κτυπιέται» με τα πιάτα, ο σκύλος τον κοιτά περίεργα γιατί, όσο και να σφίγγεται, κύστη είναι αυτή και κάποιος θα πρέπει να τον πάει βόλτα. Ενώ αυτοσυγκεντρώνεται για να απολαύσει την πικάντικη γεύση μιας καλοψημένης σιεφταλιάς, διερωτάται ποιος είναι τίμιος, πού πάει η χώρα και, σε προέκταση, αυτός και τα παιδιά του. Απελπισμένος, προσπαθεί να βρει μια ψεύτικη δικαιολογία, για να ελπίζει στο αύριο. Η «δικιά» του άφησε τα πιάτα και «βαράει» το πάτωμα με τη σφουγγαρίστρα, ο σκύλος άρχισε να χάνει σταγόνες και αυτός, το μόνο που ζητά είναι λίγη ησυχία μέσα σ’ αυτό το «κιτς» του παραλόγου.
Αρχίζει να βλέπει τα πάντα «κιτς». Τηλεόραση, πολιτική, δημοσιογραφία, οικονομία, θανάτους στη Μεσόγειο, πολέμους, αναλυτές, πανεπιστημιακούς, ηγέτες, θρησκείες. Ένα «φύρδην μίγδην» γύρω του και το ανατριχιαστικό της υπόθεσης είναι ότι ο ίδιος είναι μέρος του. Το δάκτυλό του αλλάζει κανάλια χωρίς να έχει επαφή με το μυαλό του. Ζει έναν εφιάλτη μέσα από την εικονική πραγματικότητα του σήμερα, που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε προσέξει. Το πιο συγκλονιστικό είναι η δική του ανακάλυψη, ότι η βλακεία, που θεωρείται μια διάσταση αδιαχώριστη από την ανθρώπινη ύπαρξη, όχι μόνο δεν αδυνατεί με την εξέλιξη της επιστήμης, αντίθετα, εξελίσσεται και προοδεύει μαζί της.
Η προσπάθειά του να ξεφύγει από τη ρεαλιστική πραγματικότητα, που έρχεται σε οικογενειακή συσκευασία, μέσω της τηλεοπτικής μυθοπλασίας, είναι μάταιη. Η «δικιά» του τώρα το «παλεύει», με το πλυντήριο. Το σκυλί τα έχει πάρει στο κρανίο και κοιτά με λύπη, μια τα οπίσθιά του και μια αυτόν, μήπως και συνεννοηθούν. Κοιτά το τηλεκοντρόλ και σκέφτεται αν μπορούσε, πατώντας το, να σταματήσει αυτόν τον εφιάλτη. Το παίρνει απόφαση ότι, είναι «το μεσοαστό αναποφάσιστο ανθρωπάκι» του καθιστικού και αυτός είναι ο κόσμος του. Παίρνει το σκυλί για κατούρημα. Ήδη νιώθει υπέροχα και το σκυλί πιο ανάλαφρο.
ΚΙΚΟΣ ΛΑΝΙΤΗΣ




