Άλλη μια Πασχαλιά σαν το λογοκριμένο κι ακυκλοφόρητο (Χούντα ήταν αυτή!) πρώτο τραγούδι σου. Τρία χρόνια απ’ το φευγιό σου, Μήτσο, είσαι όσο ποτέ εδώ. Μ’ εκείνα τα παχιά τρικαλινά «ι» να μη θένε, λες, να ξεκολλήσουν απ’ τη γλώσσα. Μια κοψιά βουνίσιου ξερόκλαδου να κουβαλά στις αρτηρίες του ορμητικό τον ελληνικό καημό. Αυτόν της φτώχιας, που μαζεύει δεμένα σφικτά σαν τα κεριά της Λαμπρής στον Πανάγιο Τάφο, τα κατατρεγμένα ξεπεταρούδια που είχαν γονιό αριστερό - μέλλον κανένα. Θα το πεις χρόνια μετά το παράπονό σου: «Έτυχε να με γεννήσεις και ζωή να μου χαρίσεις στον πιο δύσκολο καιρό, μάνα πού ζω;»

Μεγαλωμένος «ορφανός» μαθαίνεις στα δεκάξι σου πως τελικά έχεις πατέρα: «Ωχ, θα πάω δύο χρόνια φαντάρος, πάει το προστάτης μάνας κι αδελφής». Σέρνεις τα βήματά σου στο καμίνι της φτώχιας, δουλειά τη δουλειά. Το τραγούδι θα τ’ ανακαλύψεις χρόνια μετά, μόνο για να ζήσεις. Ούτε νότα να γράψεις, ούτε μουσική να διαβάζεις ήξερες. Στελλάρας και Ζαμπέτας σ’ ανοίγουν δρόμο, όρθιος μες στη νύχτα τούς χαζεύεις ώρες: «Άντε, μικρέ, για ύπνο, αύριο έχεις σχολείο». Και να ο Δήμος ο Μούτσης με τον «Άγιο Φεβρουάριο». Ξαφνιάζεις μ’ αυτό που έβγαλες ερμηνεύοντας τα κομμάτια του δίσκου. «Ο χάρος βγήκε παγανιά» στ’ αλήθεια, αφού ο Νίκος ο Κοεμτζής καθάρισε αυτόν που τόλμησε να χορέψει τη δικιά του παραγγελιά. Άγριοι καιροί, χαρακιά στην καρδιά σου το φονικό.

«Μια εκδρομή είν’ η ζωή μου, μια μαγική διαδρομή». Απ’ το «Γιαρέμ» του Χατζηνάσιου ώς το «Ζητιανάκι» και το «Βάλε κατσαρόλα» του Κραουνάκη, εβδομήντα ένας δίσκοι. Τ’ αγαπημένο σου: «Στου αιώνα την παράγκα», πίκρα, πόνος, έρωτας, πόθος, καταχρήσεις -αλητείες τις έλεγες- που σε φθείρουν γρήγορα. Μα πρόλαβε ο δικός μας ο Τόκας μ’ εκείνες τις «Θάλασσες» που μας ταξίδεψες «με μαξιλάρι τα δυο σου χέρια». Στα «Λαδάδικα» χιλιάδες καταθέτουν το χαρτζιλίκι τους να βρουν το αντριλίκι τους.

Τι τρυφεράδα και τι ψυχή στο «Συνάχτου πκιον τριανταφυλλιά». Τα κυπριώτικά σου τόσο αυθεντικά, τόσο δικά σου, κομμάτι της ψυχής σου η Κύπρος. Ο Σολωμού κι «Όσοι με τον χάρο γίναν φίλοι» με τσιγάρο έφυγαν στα χείλη, όπως και συ. Κορμί λιανισμένο απ’ τις αρρώστιες και τις εγχειρήσεις, «πήγα πέρα και γύρισα» έλεγες, μ’ εκείνο το χαμόγελο που έσφαζε ίσα πίκρα - ίσα γλύκα. Στητός, ολόρθος βγάζεις τη λάβα απ’ την ψυχή σου την αντρίκια μόνο σ’ εκείνο το ζεμπέκικο: «Σαν χορεύεις μου ’λεγες να ’σαι ο Διγενής».

«Όλοι οι Έλληνες, θέλουμε ένα γερό χέρι ξύλο, όλοι. Πώς τη σώζουμε τώρα την πατρίδα απ’ τα λαμόγια που την τσακίσανε;», αναρωτιέσαι. Προδομένος, πικραμένος απ’ τους πολιτικούς αποτραβιέσαι. Ό,τι είσαι είναι μέσα σου. Ο Ολυμπιακός να ’ναι καλά. «Χάρηκα, χόρτασα ζωή» έλεγες, ναι, τα χόρτασες όσα σου ’λειψαν, μα πάντα απλός κι αληθινός.

Τρία χρόνια, Μήτσο, κι ακούμε τη «Ρόζα» με το πετσί μας ν’ ανηφορίζει τ’ αψήλου ερήμην μας. Καταχωνιασμένο καιρό στο συρτάρι το ’χε ο Μικρούτσικος. Τ’ άρπαξες και το ’κανες λυγμό. Τρία χρόνια και μια αιωνιότητα κάποιοι θα «Σ’ αναζητούν στη Σαλονίκη ξημερώματα». Εσύ, «φεύγεις απ’ αυτά που νιώθεις», μα απ’ όσα νιώθουμε εμείς μέσα απ’ τα τραγούδια σου δεν φεύγεις ποτέ. «Τον θάνατο δεν τον σκέφτομαι, κομμάτι της ζωής είναι, την ανημπόρια τρέμω», είπες και τράβηξες τις κουρτίνες, δεν τις έβαψες όπως το τραγούδι. Αυτοκαταστροφικός; «Εγώ τρελός και μόνος, του εαυτού μου δολοφόνος». Ήθελες μόνο να ’σαι ο δικός μας άνθρωπος, ένας άνθρωπος που έκανε καλά τη δουλειά του. Δόθηκες ολάκερος, ξοδεύτηκες ώς το τελευταίο κοκκαλάκι.

Τρία χρόνια χρόνια, Μήτσο, και μαζί με τη Βένια, «ο άνθρωπός μου που πέρασε μαζί μου τα πάνδεινα» έλεγες, την Αναστασία και τη Μυρσίνη, νιώθουμε πως «λείπει το βλέμμα σου απ’ της αυγής τα χρώματα». «Γεια» είπες, και «σε ρούφηξε του δέντρου η σκιά». Μα εδώ είναι η ψυχή σου, εδώ είναι όλα, «εσύ, το όνειρο και το δοξάρι».