Είναι γεγονός ότι η δικαστική ύλη έκτοτε και με το πέρασμα του χρόνου αυξήθηκε σαρωτικά, με συνέπεια να υπάρχουν καθυστερήσεις και ενίοτε αποφάσεις που δεν έχουν απόλυτο βαθμό τελειότητας
Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960 προέβλεψε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (Άρθρα 133 έως 151) και το Ανώτατο Δικαστήριο (Άρθρα 152 έως 164) με ξεχωριστές αρμοδιότητες. Με τα Άρθρα αυτά, διαμορφώθηκε μια από τις τρεις ανεξάρτητες και διακρινόμενες εξουσίες που συνθέτουν τις λειτουργίες του Κράτους, δηλαδή τη Δικαστική εξουσία. Η μεθοδευμένη από την Τουρκία το 1963-64 στάση των Τουρκοκυπρίων Αξιωματούχων του Κράτους (γνωστή ως Τουρκανταρσία), με την ομαδική εγκατάλειψη των θέσεων και αξιωμάτων τους, είχε στόχο την παράλυση των λειτουργιών του Κράτους, ώστε να επιφέρει την κατάρρευσή του.
Αποτράπηκε δε, τούτο με την τότε νομική σκέψη της Γενικής Εισαγγελίας, που υιοθέτησε η Κυβέρνηση και η Βουλή ψηφίζοντας κάθε αναγκαίο Νόμο, με την επίκληση του δόγματος του Δικαίου της Ανάγκης, με τους οποίους επιτεύχθηκε η διάσωση του Κράτους και των λειτουργιών του, ως υπέρτατο καθήκον έναντι του τόπου και του λαού. Η απόλυτα αναγκαία, τότε καλή και γόνιμη σχέση της Νομικής Υπηρεσίας, που ήταν ο εμπνευστής της πορείας αυτής με τον Πρόεδρο Μακάριο, έφερε με την ψήφιση τελικά από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, που απαρτίζετο πλέον μόνο από τους Ελληνοκύπριους βουλευτές, μια σειρά αναγκαίων Νόμων, που μέχρι και σήμερα επιτρέπουν τη λειτουργία του Κράτους. Ένας τούτων των Νόμων κατά το δίκαιο της Ανάγκης, που απέβλεψε στο να συνεχίσει να υπάρχει και να απονέμεται η Δικαιοσύνη, είναι ο Ν. 33/64.
Ο Νόμος αυτός προέβλεψε ώστε οι αρμοδιότητες των δύο Ανωτάτων Δικαστηρίων να συγκεντρωθούν στο Ανώτατο Δικαστήριο που δημιούργησε και προέβλεψε ο Νόμος τούτος. Έτσι με τον Νόμο αυτό διαφυλάχθηκε το συνταγματικό δικαίωμα του λαού να μπορεί να καταφεύγει στην ανεξάρτητη δικαστική εξουσία, αλλά παράλληλα να υπάρχει η απαραίτητη εκείνη ανεξάρτητη εξουσία που μπορεί ως Δικαστήριο να ελέγχει το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της Κυβέρνησης και τη συνταγματικότητα του νομοθετικού έργου της Βουλής.
Είναι γεγονός ότι η δικαστική ύλη έκτοτε και με το πέρασμα του χρόνου αυξήθηκε σαρωτικά, με συνέπεια να υπάρχουν καθυστερήσεις και ενίοτε αποφάσεις που δεν έχουν απόλυτο βαθμό τελειότητας. Γι’ αυτό και υπήρξαν έξι τροποποιήσεις του Ν.33/64 (έως το 1991) που, μεταξύ άλλων, αποφασίστηκε η αύξηση του αριθμού των Μελών του (σήμερα έχει συνολικά δεκατρία μέλη), ώστε να επιτευχθεί ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων. Λύση η οποία όμως δεν πέτυχε να αποτρέψει τις μεγάλες σήμερα καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης.
Για πολλά χρόνια υπήρξαν πρωτοβουλίες, όπως η ιδέα για «τριτοβάθμια» δικαιοδοσία, ή για διαχωρισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε δύο, όπως το Σύνταγμα προβλέπει. Ακόμη, ως πιο πρόσφατη ιδέα, μελετήθηκε η δημιουργία ενός ξεχωριστού - νέου διοικητικού δικαστηρίου. Τελικά τον Γενάρη του 2014 υποβλήθηκε ως προσχέδιο μια ολοκληρωμένη θεώρηση για δημιουργία, νομοθετικά, ενός νέου Διοικητικού Δικαστηρίου, που θα συντελούσε στην αποφόρτιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου από την πρωτόδικη αυτή δικαιοδοσία και θα επέτρεπε επιτάχυνση των άλλων αρμοδιοτήτων και κυρίως της εκδίκασης ταχύτερα των Εφέσεων.
Μάλιστα, ο Υπουργός Δικαιοσύνης φρόντισε εξαρχής να ακούσει με ανοικτή, δημόσια, διαβούλευση και την άποψη των λειτουργών της Δικαιοσύνης, ενώ βέβαια το προσχέδιο αυτό δεν είχε τότε τη σημερινή μορφή του Νομοσχεδίου που υπάρχει κατατεθειμένο στη Βουλή, για την ανάγκη ύπαρξης του οποίου και οι προβληματισμοί που ακολουθούν. Είχα και τότε διατυπώσει τη διαφορετική άποψη και δημοσίευσα δύο άρθρα, υποδεικνύοντας κενά ή σφάλματα και προφανείς δυσχέρειες που θα προέκυπταν από την ψήφιση ενός τέτοιου Νόμου.
Εισηγήθηκα, μάλιστα, έκτοτε την ξεκάθαρη λύση, βέβαια και πάλι λύση δικαίου της ανάγκης, κατά πολύ εγγύτερη στις συνταγματικές πρόνοιες, δηλαδή την επαναλειτουργία των δύο ξεχωριστών κατ' αρμοδιότητα Ανωτάτων Δικαστηρίων, ως το Σύνταγμα προέβλεψε τις ξεχωριστές αρμοδιότητές τους. Άποψη που και σήμερα θεωρώ την πλέον ενδεδειγμένη, συνδυασμένη με κάποια αύξηση του αριθμού των Ανωτάτων Δικαστών στα δύο δικαστήρια, που θα συντελέσει στην αποφυγή αχρείαστων επιπλοκών. Όπως έχουν λοιπόν τα δεδομένα σήμερα, φαίνεται να επιλέγηκε η ιδέα (α) τροποποίησης του Συντάγματος και (β) η ψήφιση Νόμου για ίδρυση «Διοικητικού Δικαστηρίου».
Μια τροποποίηση του Συντάγματος εξαιρετικά επιλεκτική, αφού αποβλέπει παρά το Ν. 33/64 (δίκαιο της ανάγκης) να τροποποιήσει ένα και μόνο από τα 28 Άρθρα που αφορούν στις αρμοδιότητες του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή ένα Άρθρο από τα 41 συνολικά της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου που δημιούργησε ο Ν. 33/64! Μάλιστα, στον Νόμο που δημιουργεί το νέο Διοικητικό Δικαστήριο, προβλέφθηκε ώστε να αποδοθεί σ’ αυτό η «αποκλειστική αρμοδιότητα» να αποφασίζει σε «πρώτο βαθμό».
Η αποκλειστική όμως Αρμοδιότητα ανήκει, κατά τη ρητή πρόνοια του Συντάγματος (Άρθρο 146), στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και διά του Δικαίου της Ανάγκης (Ν. 33/64) παρέμεινε έκτοτε υπέρ του «συνενωμένου» ενός και μόνου Ανωτάτου Δικαστηρίου, από το οποίο τώρα αφαιρείται η δικαιοδοσία της πρωτόδικης κρίσης των διοικητικών διαφορών. Μάλιστα, παρά τις πρόνοιες του Νόμου 33/64, που για πρώτη φορά καθιέρωσε την πρωτόδικη και κατ’ έφεση αρμοδιότητα επί των διαφορών του διοικητικού δικαίου, κρίθηκε δικαστικά ότι η πρωτόδικη αρμοδιότητα (η σε «πρώτο βαθμό») που είχε ένας Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν περιόριζε την Ολομέλεια (το «Δικαστήριο») να επιληφθεί απευθείας μιας υπόθεσης λόγω της σημασίας της, προς τελική, «οριστική και αμετάκλητη» απόφαση.
Η εξουσία τώρα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με τη νέα μελετώμενη ρύθμιση, παραμένει για τις προσφυγές μόνο ως Εφετείο κατ' απόφασης (πρωτόδικη) του νέου «Διοικητικού Δικαστηρίου». Πρόσθετα, περιορίζεται η έκταση της αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ν. 33/64, αφού για πρώτη φορά εισάγεται ο περιορισμός ότι η έφεση πλέον κατ' απόφασης του νέου Διοικητικού (Πρωτόδικου) Δικαστηρίου θα αφορά «νομικό σημείο» μόνο.
Τούτο, αντίθετα προς την εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Ν. 33/64) να εξετάζει ως Εφετείο όλα τα ζητήματα που δικαιούται να εγείρει ο κάθε διάδικος με την προσφυγή του, αφού αντικείμενο ελέγχου στην έφεση παραμένει η διοικητική διαφορά. Μάλιστα, όπου η πρωτόδικη απόφαση περιορίζετο σε απόρριψη της προσφυγής για έλλειψη π.χ. εννόμου συμφέροντος του Αιτητή, ή ότι επρόκειτο για βεβαιωτική πράξη και το πρωτόδικο τούτο εύρημα ανετρέπετο διά της εφέσεως, τότε οι λόγοι ακύρωσης που δεν κρίθηκαν πρωτόδικα παρέμεναν προς εκδίκαση ενώπιον της Ολομέλειας, για τελική απόφαση.
Πρόκειται λοιπόν για μια εξω-συνταγματική ρύθμιση, αφού καθιερώνει δικαίωμα έφεσης που αφορά «νομικό σημείο» μόνο, δηλαδή περιορισμός που δεν περιέχεται στον Νόμο 33/64, που ως Δίκαιο της Ανάγκης σε συνδυασμό με την όλη πρακτική που έφερε η ζώσα και συνεχώς εξελισσόμενη νομολογία δεν έθεσε ποτέ μέχρι σήμερα. Προφανώς είναι μια πρόβλεψη περιοριστική του δικαιώματος καταφυγής στη Δικαιοσύνη.
Παράλληλα, όμως, το Νομοσχέδιο προέβλεψε (έξω από τις πρόνοιες του Άρθρου 146 του Συντάγματος) ότι το νέο Διοικητικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία «διορθωτική» ή «υποκατάστασης» της διοικητικής απόφασης με δική του, τούτο μάλιστα επιλεκτικά σε σχέση με «φορολογικά» μόνο ζητήματα! Τούτο, αντί της δικαιοδοσίας που το Σύνταγμα προέβλεπε και διατήρησε ο Ν. 33/64, ως αρμοδιότητα αποκλειστική για ακυρωτικό και μόνο έλεγχο της Νομιμότητας κάθε πράξης ή παράλειψης διοικητικών οργάνων.
Κυρίως όμως ως πραγματικό γεγονός, με όσα προβλέπει για τις ήδη εκκρεμούσες υποθέσεις το Νομοσχέδιο, είναι βέβαιο ότι οι πέντε Δικαστές που θα συγκροτήσουν το νέο υπό ίδρυση Διοικητικό Δικαστήριο, θα βρεθούν άμεσα υπό την πίεση χιλιάδων υποθέσεων που εκκρεμούν, χωρίς μάλιστα να διαθέτουν δικαστική πείρα επί των διοικητικών διαφορών του δημοσίου δικαίου, με προφανές, νομίζω, αποτέλεσμα τη μεγιστοποίηση των καθυστερήσεων.
Ο κάθε διάδικος έχει την προσδοκία για μια ταχεία εκδίκαση και απονομή δικαιοσύνης. Πολύ περισσότερο στη δυσχερέστατη περίοδο των τρωθέντων πολλαπλώς θεσμών, της οικονομικής κρίσης και της αγωνίας για το πολιτικό μέλλον του Κράτους μας. Θα πρέπει όλοι όσοι συμμετείχαν στην ιδέα τροποποίησης του Άρθρου 146 του Συντάγματος και της ψήφισης νέου Νόμου για νέο Διοικητικό Δικαστήριο, να προβούν σε μια βαθύτερη μελέτη του ζητήματος έγκαιρα, προς αποφυγή δημιουργίας νέων ανεπανόρθωτων αδιεξόδων στον τομέα τελικής καταφυγής προς αναζήτηση του δικαίου, που είναι η δικαιοσύνη.
AΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




