Πρώτο μέλημα μαζί με τον Εύη ήταν η επαναφορά της σύμπνοιας στους κόλπους του ΘΟΚ μετά από προσωπικές συζητήσεις με τις ηγεσίες των ομάδων και την εμπέδωση κοινής πλατφόρμας για το μέλλον
Στο άκουσμα του θανάτου του πολυαγαπημένου μας Εύη η σκέψη μου πήγε πίσω στα 1969. Με πρόσκληση της Μορφωτικής Υπηρεσίας ήρθε στην Κύπρο ο σκηνοθέτης μ. Τάκης Μουζενίδης, για να μελετήσει τις δυνατότητες ίδρυσης Κρατικού Θεάτρου. Είχε προηγηθεί η δημιουργία του ΟΘΑΚ κατόπιν πρωτοβουλίας των ίδιων των ηθοποιών με πενιχρά οικονομικά αποτελέσματα. Το Κράτος υιοθέτησε τότε για πρώτη φορά σχέδιο επιχορήγησης ιδιωτικών θιάσων κατά το ανέβασμα ποιοτικών έργων.
Λόγω της ανάμειξής μας στην ίδρυση του ΘΟΚ, κλήθηκα αρκετές φορές να βοηθήσω στην αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων του Οργανισμού, πέραν της παρακολούθησης των εξελίξεων μέσω του Προϋπολογισμού Ανάπτυξης. Εκεί αργότερα γνώρισα και συνεργάστηκα με τον φίλτατο Εύη.
Λίγο καιρό μετά την έναρξη λειτουργίας του το 1971 παρουσιάστηκαν προβλήματα διεύθυνσης του Οργανισμού κι ο Μακάριος μού ζήτησε («μιας κι εσύ επέμενες να ιδρυθεί ο ΘΟΚ») να βοηθήσω στην επίλυσή τους ως Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου.
Αναθέσαμε την καλλιτεχνική διεύθυνσή του στον μ. Σωκράτη Καραντινό, έναν ικανό κι ακέραιο άνθρωπο του θεάτρου, που βοήθησε να στεριώσει ο θεσμός, να τεθεί πάνω σε σωστές βάσεις και να κρατηθεί αλώβητος, παρά τον κίνδυνο αφανισμού του στη λαίλαπα της τουρκικής εισβολής. Με τις περιοδείες που οργάνωσε στην Ελλάδα κι αλλού, ο ΘΟΚ έδωσε προς τα έξω το μήνυμα της αγωνιζόμενης για επιβίωση λαβωμένης πατρίδας του. Δεν μπορούσαν να είχαν επιλεγεί για την περίσταση πιο επίκαιρα έργα από τους «Ομήρους» του Λ. Ακρίτα και την κυπριακή ηθογραφία το «Νερό του Δρόπη» του Μ. Πασιαρδή.
Στη συνέχεια στον ΘΟΚ, που από πλευράς σκηνικής παρουσίας έκαμε τεράστια βήματα προόδου υπό τον νέο Διευθυντή, τον θεατράνθρωπο Εύη Γαβριηλίδη, άρχισαν και πάλι να παρουσιάζονται προβλήματα. Το 1981 μού ζητήθηκε από τον Πρόεδρο Κυπριανού ν' αναλάβω την προεδρία του. Τα προβλήματα που βρήκα ήταν παρόμοιας φύσεως, όπως αυτά που έζησα προηγουμένως, αναβρασμός μεταξύ των συντελεστών και πρακτικά προβλήματα. Ο προϋπολογισμός δεν άφηνε περιθώρια για ανανέωση του θιάσου, με κίνδυνο να καταστεί ο ΘΟΚ θίασος γερόντων, ενώ συζητείτο ακόμη ο ρόλος του στη γενικότερη θεατρική ανάπτυξη.
Πρώτο μέλημα μαζί με τον Εύη ήταν η επαναφορά της σύμπνοιας στους κόλπους του Οργανισμού μετά από προσωπικές συζητήσεις με τις ηγεσίες των ομάδων και την εμπέδωση κοινής πλατφόρμας για το μέλλον. Οι προϋποθέσεις αυτές ήταν αναγκαίες για να μπορέσουμε να τροχοδρομήσουμε τα οράματά μας, που δεν ήταν άλλα από του να καταστεί ο ΘΟΚ οργανισμός θεατρικής ανάπτυξης, όπως προέβλεπε ο ιδρυτικός Νόμος, κι όχι να παραμείνει απλώς ένας θίασος. Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα γιατί από τη μια είχαμε να αντιμετωπίσουμε παγιοποιημένες καταστάσεις κι εγωισμούς κι από την άλλη να δημιουργήσουμε μια κοινή αντίληψη σκοπών, στόχων και μέσων για την επίτευξή τους.
Προσπαθήσαμε ν' απαγκιστρωθούμε από την επικέντρωση στο καλύτερο σκηνικό ανέβασμα έργων. Ιστορικά εκείνο που παρέμεινε από την ενασχόληση των αρχαίων Ελλήνων με το θέατρο ήταν τα κλασικά έργα κι όχι η σκηνική παρουσίασή τους κι η καθιέρωση των «θεωρικών» για τους φτωχούς πολίτες. Έτσι αντί να εξαντλούμε όλες τις ενέργειές μας στο καλύτερο ανέβασμα έργων, δώσαμε εξίσου ή και περισσότερη σημασία στη γενικότερη θεατρική ανάπτυξη στον τόπο μας.
Για τη θεατρική ανάπτυξη του κοινού χωρίσαμε τα θέματα σε τρεις ενότητες, το πειραματικό, το παιδικό/σχολικό και το ερασιτεχνικό. Στον τομέα της κάθε μια θα δημιουργούσε τις συνθήκες για την ανάπτυξη όλων των συντελεστών και παραγόντων της θεατρικής ζωής του τόπου (ηθοποιών, σκηνοθετών, μουσικών, θεατρικών συγγραφέων, σκηνογράφων κ.λπ). Μια άλλη πτυχή της θεατρικής ανάπτυξης, που προωθήσαμε, ήταν η δημιουργία κι άλλων σκηνών ιδιωτικών θιάσων, ώστε να υπάρξει ένας πλουραλισμός θεατρικού γίγνεσθαι.
Πέραν της πρόσθετης θεατρικής κίνησης και του ευγενούς ανταγωνισμού που θα έφερε, τούτο θα έδιδε διεξόδους απασχόλησης και δημιουργίας όχι μόνο σε νέους θεατρικούς συντελεστές αλλά θα έλυε ένα σοβαρό θέμα, το θέμα της ευελιξίας στην ανανέωση και το μέγεθος του θιάσου του. Ο ΘΟΚ μονοπωλούσε τη σκηνή και η μη ανανέωση των συμβάσεων παλιών και καταξιωμένων ηθοποιών θα σήμαινε την καταδίκη τους σε ανεργία. Τότε, πέραν της απουσίας άλλων θιάσων, δεν υπήρχε η ιδιωτική τηλεόραση, τα τηλεοπτικά σίριαλς και τα διαφημιστικά φιλμάκια.
Έμεινα στον ΘΟΚ περίπου δυόμισι χρόνια αυτήν τη φορά. Από την πρώτη στιγμή ξεκινήσαμε μαζί μια προσπάθεια επεξεργασίας ενός σχεδίου, με το οποίο ο ΘΟΚ θα αναλάμβανε εκ μέρους της Πολιτείας την επιχορήγηση και την ηθική και υλική στήριξη των ιδιωτικών θεατρικών σχημάτων. Χρειάστηκαν πέραν των δυο χρόνων για να έχουμε το σχέδιο και να εγκριθεί από το Συμβούλιο και την Κυβέρνηση. Την άνοιξη του 1983 με κάλεσε ο Πρόεδρος για να μου ανακοινώσει ότι αποφάσισε να ανακαλέσει όλους τους Δημόσιους Λειτουργούς από τους Ημικρατικούς Οργανισμούς.
Τον παρεκάλεσα να μου δώσει λίγο χρόνο για να ολοκληρώσουμε μερικά σχέδια που βρίσκονταν σε εξέλιξη, κάτι που έκαμε. Σ' αυτό το διάστημα δώσαμε την τελική μορφή στο Σχέδιο Επιχορήγησης του Ελεύθερου Θεάτρου. Τώρα μπορεί κανένας να κατανοήσει την απογοήτευσή μου όταν ύστερα από τριάντα χρόνια άκουσα πρόσφατα δηλώσεις καταξιωμένου σκηνοθέτη του ελεύθερου θεάτρου ότι «ο ΘΟΚ θα έπρεπε να μας βλέπει σαν κομμάτι του εαυτού του κι όχι σαν αντιπάλους»! Συμφωνώ και υπερθεματίζω, όπως είμαι βέβαιος κι ο Εύης.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




