Με αφορμή τις συζητήσεις αναφορικά με τη δέσμη νομοσχεδίων για τις εκποιήσεις και την αφερεγγυότητα, έχω ξαναζήσει παλαιότερες τραυματικές μου εμπειρίες ως προς την προχειρότητα που διακρίνει τα ζητήματα της σύνταξης των Νόμων. Όσοι γνωρίζουν, έστω και στοιχειωδώς, τα της Νομοθέτησης ως επιστήμης, εκπλήττονται από τον στείρο "νομικισμό" και τον συγκυριακό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα προαναφερθέντα θέματα.

Ενώ όλοι μιλούν για δίχτυ προστασίας των ευάλωτων ομάδων, πολύ αμφιβάλλω αν τα πρόσωπα που συναποτελούν τις ομάδες αυτές και προς τα οποία απευθύνονται οι σκοπούμενες νομοθεσίες, μπορούν να αντιληφθούν τις ρυθμίσεις που προτείνονται. Πολύ φοβούμαι ότι θα δυσκολευτούν ακόμα και οι ειδικοί που θα κληθούν να συμβουλεύσουν και να καθοδηγήσουν τα πρόσωπα αυτά.

Η χρήση απλής και κατανοητής γλώσσας στα νομοθετήματα δεν είναι κάτι το καινούργιο ή πρόσφατη ανακάλυψη. Αποτέλεσε επιτακτική αναγκαιότητα στα εξελιγμένα κράτη. Τα κινήματα που υποστήριξαν τη σύνταξη των Νόμων σε απλή και κατανοητή γλώσσα ξεκίνησαν εδώ και δύο αιώνες με τον Thomas Jefferson να γράφει επικριτικά, από το 1817, ότι οι νομοσυντάκτες καταβάλλουν κάθε προσπάθεια και χρησιμοποιούν κάθε λέξη, ώστε μόνο οι ίδιοι να αντιλαμβάνονται το νόημα ενός κειμένου που συντάσσουν.

Υπήρξαν χώρες που με νομοθεσία καθόρισαν την αναγκαιότητα οι Νόμοι να συμμορφώνονται σε βασικές θεμελιώδεις νομικές αρχές. Μια από τις αρχές αυτές ορίζει οι Νόμοι να σέβονται τα δικαιώματα του ατόμου, συστατικός βασικός παράγοντας των οποίων είναι οι Νόμοι να συντάσσονται με τρόπο ώστε να μην επιδέχονται παρερμηνείες και να είναι αρκούντως κατανοητοί και εύληπτοι. Οι Νόμοι πρέπει να είναι κατανοητοί από αυτούς στους οποίους απευθύνονται και τους αφορούν και με απλό και καθαρό τρόπο να επιτυγχάνεται η επικοινωνία του διοικούντος με τον διοικούμενο.

Χωρίς καμιά διάθεση η σύντομη αυτή μονογραφία να πάρει τη μορφή διάλεξης πάνω σε μια συστημική θεωρία της Νομοθέτησης, για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν στον επαγγελματισμό θα μπορούσαν, υπηρετώντας τον στόχο της σύνταξης των Νόμων σε απλά Ελληνικά, να το πετύχουν ακολουθώντας τις πιο κάτω αρχές:
Πρώτο: Να ακολουθείται με πειθαρχία η αλληλουχία και συνοχή σε ένα κείμενο νόμου, πράγμα που διασφαλίζει την ορθή νοηματοδότηση των κατά περίπτωση νομικών ρυθμίσεων.

Δεύτερο: Το κείμενο που συντάσσεται να είναι περιεκτικό, ώστε να είναι κατανοητό και μη επιδεχόμενο πολλαπλές ερμηνείες.
Τρίτο: Το κείμενο να διακρίνει η συνέχεια και η συνέπεια χρήσης της ίδιας ορολογίας, ώστε να διασφαλίζεται η σωστή ερμηνεία του και να μην οδηγεί σε αβεβαιότητα.
Τέταρτο: Λέγοντας απλά Ελληνικά εννοούμε ότι η χρήση της γλώσσας γίνεται με απλό και κατανοητό τρόπο, με βασικό αξίωμα ότι ο χρήστης της γνωρίζει και αντιλαμβάνεται πλήρως το θέμα που ρυθμίζει και δεν αυτοσχεδιάζει μέσα από νομικισμούς.

Πέμπτο: Λέγοντας απλά Ελληνικά εννοούμε τα καλά και ορθά Ελληνικά, χωρίς γραμματικά και συντακτικά λάθη, και με συνέπεια και ειρμό σε αυτά που διακηρυκτικά καθορίζονται.

Η στοιχειώδης συμμόρφωση προς τις αρχές αυτές, χωρίς κατ' ανάγκην να εξαντλείται το πλαίσιο δράσης ενός νομοσυντάκτη, διευκολύνει τους πάντες και αποφεύγονται αχρείαστες και δαπανηρές περιπέτειες στα δικαστήρια. Η απλή γλώσσα επιτρέπει την πιο αποτελεσματική επικοινωνία όλων με όλους. Εξοικονομεί χρόνο και χρήμα.
Το ερώτημα που εύλογα γεννιέται είναι αν η δέσμη των νομοσχεδίων στα οποία αναφέρομαι απαντά ικανοποιητικά στις αρχές που έχω προδιαγράψει ή αν ακόμα το παραγόμενο νομοθετικό έργο είναι σύμφωνο με τις αρχές αυτές. Παρόλο που είναι σεβαστή και κατανοητή η πολυπλοκότητα των μελετούμενων ρυθμίσεων, τα κείμενα που έχουν ετοιμαστεί και όπως έχουν δημοσιοποιηθεί, αποτελούν προϊόν βιασύνης και μεθοδολογικής συγχύσεως. Μακάρι να κάμνω λάθος. Γιατί ούτε ο τόπος, ούτε ο λαός αντέχουν σε άλλα πειράματα.

ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
Τέως Γενικός Διευθυντής της Βουλής των Αντιπροσώπων