Με μεγάλη έκπληξη άκουσα πριν από μέρες στις ειδήσεις ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποποιήθηκε τη σύνταξη που «εδικαιούτο» για την υπηρεσία του ως βουλευτής. Η έκπληξή μου οφείλεται στο γεγονός ότι ο Νόμος αρ. 49/80, όπως τροποποιήθηκε, που ρυθμίζει τις συντάξεις αξιωματούχων, προβλέπει ότι η σύνταξη αξιωματούχου που αναλαμβάνει εκ νέου αξίωμα ή θέση στη Δημοκρατία αναστέλλεται κατά το διάστημα που ο αξιωματούχος υπηρετεί στο νέο αξίωμα ή θέση. Ε

πίσης, ο Πρόεδρος της Βουλής δήλωσε δημόσια ότι αποποιείται τη σύνταξη και μάλιστα εξέφρασε και κάποια απορία κατά πόσο την εδικαιούτο, κατά τον χρόνο που υπηρετεί ως Πρόεδρος της Βουλής. Επειδή ως δημόσιος υπάλληλος είχα ασχοληθεί για πολλά χρόνια με το θέμα των συντάξεων (κρατικών υπαλλήλων και αξιωματούχων) φρόντισα να μάθω τι συνέβη και ξαφνικά άλλαξε η εφαρμογή της πιο πάνω πρόνοιας του Νόμου αρ. 49/80.

Πληροφορήθηκα ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα της κατά πλειοψηφίας απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου (ΑΔ) ημερ. 7.10.2014, η οποία έκρινε ως αντισυνταγματικές τις πρόνοιες του άρθρου 3(β) του περί Συντάξεων Κρατικών Αξιωματούχων (Γενικές Αρχές) Νόμου αρ. 88(Ι)/2011, που αφορούν αναστολή σύνταξης αξιωματούχου ή συνταξιούχου κρατικού υπαλλήλου που διορίζεται ή εκλέγεται σε κρατικό αξίωμα. Και παρόλο που οι σχετικές προσφυγές στο ΑΔ αφορούσαν τον Νόμο 88(Ι)/2011, η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας γνωμάτευσε ότι η απόφαση του ΑΔ επηρεάζει και τις συντάξεις που χορηγούνται με βάση τον Νόμο 49/80, με αποτέλεσμα να παύσει να εφαρμόζεται η διάταξη του Νόμου 49/80 για αναστολή της σύνταξης αξιωματούχου που αναλαμβάνει εκ νέου κρατικό αξίωμα ή θέση, διάταξη που εφαρμόστηκε για 35 και πλέον χρόνια χωρίς να αμφισβητηθεί ή να δημιουργήσει πρόβλημα.

Σημειώνεται ότι η απόφαση του ΑΔ της 7.10.2014 λήφθηκε κατά πλειοψηφία και ότι τρεις από τους Δικαστές δεν έκριναν αντισυνταγματικές τις πρόνοιες του άρθρου 3(β) του Νόμου αρ. 88(Ι)/2011 για τους λόγους που ανέπτυξαν στη δική τους απόφαση και επομένως απέρριψαν τις προσφυγές. Ως νομικός, προσωπικά συμφωνώ με την απόφαση της μειοψηφίας των Δικαστών και διαφωνώ με την απόφαση της πλειοψηφίας, καθώς και με τη γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας που αναφέρω πιο πάνω, για τερματισμό της αναστολής της σύνταξης αξιωματούχου που εμπίπτει στον Νόμο 49/80. Οι απόψεις μου αυτές δεν επηρεάζουν την εκτίμηση και τον σεβασμό μου προς τη δικαστική εξουσία και τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας.

Δυστυχώς δεν βλέπουμε στην Κύπρο άρθρα ακαδημαϊκών που ασχολούνται με τη νομική επιστήμη, στα οποία να σχολιάζουν και να αναλύουν αποφάσεις Δικαστηρίων, όπως γίνεται σε πολλές χώρες. Αναφέρω σχετικά ότι πρόνοια για αναστολή της καταβολής σύνταξης σε κρατικούς υπαλλήλους που επαναδιορίζονται σε δημόσια θέση υπήρχε ανέκαθεν στην περί συντάξεων δημοσίων υπαλλήλων νομοθεσία. Τέτοια πρόνοια υπήρχε και στην περί συντάξεων δημοσίων υπαλλήλων νομοθεσία της Αγγλίας (για την οποία ενημερωνόμουν όταν ήμουν στην υπηρεσία) και εξ όσων ενθυμούμαι και άλλων χωρών. Η αιτιολόγηση τέτοιας αναστολής βασίζεται στους εξής παράγοντες:

(α) Στον σκοπό της σύνταξης, που είναι να εξασφαλίσει στο άτομο ένα ικανοποιητικό εισόδημα όταν δεν θα είναι σε θέση να εργάζεται (κυρίως λόγω ηλικίας).
(β) Ο εργοδότης κατά τον επαναδιορισμό είναι ο ίδιος (το κράτος), ο οποίος του εξασφαλίζει σίγουρη απασχόληση κατά τον επαναδιορισμό, πολλές φορές διά νόμου κατοχυρωμένη, όπως π.χ. Πρόεδρος και Μέλη των Επιτροπών Δημόσιας Υπηρεσίας και Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, Επίτροπος Διοικήσεως, Βουλευτές, κ.ά.
(γ) Τα πλείστα κρατικά αξιώματα, στα οποία διορίζονται ή εκλέγονται λήπτες συντάξεως, εξασφαλίζουν και αυτά για τους κατόχους τους το δικαίωμα σε σύνταξη.

Με αφορμή το σημείο (γ) πιο πάνω, επιθυμώ να τονίσω την ανάγκη να παραμείνει σε όλους τους σχετικούς με συντάξεις νόμους η πρόνοια ότι οι συντάξεις συμψηφίζονται και ο δικαιούχος λαμβάνει σύνταξη ίση με το ήμισυ των υψηλότερων απολαβών για οποιοδήποτε αξίωμα, περιλαμβανομένης της σύνταξης δημοσίου υπαλλήλου. Η μη ύπαρξη συμψηφισμού θα οδηγούσε στη δημιουργία μιας κατηγορίας υπερπρονομιούχων πολιτών που θα ελάμβαναν υπέρογκες συντάξεις, ίσως υψηλότερες και από τις απολαβές ενός καλοπληρωμένου αξιώματος, δοθέντος ότι οι φόρμουλες που προβλέπει ο Νόμος για τον υπολογισμό της σύνταξης όλων των αξιωματούχων (Πρόεδρος, Υπουργός, Βουλευτής, κ.λπ.) είναι τόσο ευνοϊκές που εξασφαλίζουν ικανοποιητική σύνταξη με λιγόχρονη υπηρεσία στα αξιώματα.

Εξάλλου, στον περί Συντάξεων Νόμο αρ. 97(Ι)/1997, όπως τροποποιήθηκε, που διέπει τις συντάξεις των κρατικών υπαλλήλων, υπάρχει το ανώτατο όριο σύνταξης του 50% των απολαβών, που κερδίζεται με υπηρεσία 33 1/3 ετών (400 μήνες) και οποιαδήποτε υπηρεσία πέραν των 400 μηνών δεν κερδίζει σύνταξη. Κατόπιν των πιο πάνω αναμένω, όπως εξάλλου όλοι οι πολίτες που εκφράζουν απαρέσκεια, απογοήτευση και αγανάκτηση για γεγονότα, όπως αυτό των πολλαπλών συντάξεων το οποίο δημιουργεί, όπως ανέφερα πιο πάνω, την κατηγορία των υπερπρονομιούχων και επιτείνει την κοινωνική αδικία, ότι το Υπουργείο Οικονομικών και η Νομική Υπηρεσία θα φροντίσουν ώστε να ψηφιστούν τέτοιες πρόνοιες στη νομοθεσία, που θα ρυθμίζουν με τρόπο δίκαιο, ισορροπημένο και συνταγματικά ορθό το θέμα των συντάξεων.

Όσον αφορά το μέλλον, δηλαδή άτομα που θα διοριστούν ή εκλεγούν σε αξιώματα στο μέλλον, πιστεύω ότι η καλύτερη ρύθμιση που θα απαλλάξει από πολλά προβλήματα είναι η κατάργηση των συντάξεων, όπως έγινε για τους δημόσιους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν ή θα προσληφθούν μετά τη σχετική τροποποίηση του περί Συντάξεων Νόμου που έγινε το 2011. Όλοι οι αξιωματούχοι, όπως οι νεοδιοριζόμενοι δημόσιοι υπάλληλοι, να δικαιούνται μόνο φιλοδώρημα κατά την αποχώρησή τους από κάθε αξίωμα. Μηνιαία σύνταξη να δικαιούνται από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως όλοι οι εργαζόμενοι.

ΓΙΟΛΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ