Οι δηλώσεις Άιντα πρέπει να αποτελέσουν το ύστατο εγερτήριο ώστε προβληματιζόμενοι να συνειδητοποιήσουμε την πλήρη αποτυχία μας στον επικοινωνιακό τομέα. Τα τελευταία χρόνια έχουμε καταφέρει να απολέσουμε τα ισχυρά νομικά και ηθικά ερείσματα που έχουμε, σε σχέση με το εθνικό μας θέμα.
Έχουμε αποτύχει να προωθήσουμε στη διεθνή πολιτική σκηνή τις θέσεις μας και να πείσουμε για την ορθότητά τους. Επαναπαυόμενοι στην, αυτονόητα, για εμάς, ορθή, νομικά και ηθικά, υπόσταση των θέσεών μας, ατονήσαμε και δεν προσδώσαμε την προσήκουσα σημασία στο επικοινωνιακό παιχνίδι, αφήνοντας την Άγκυρα να αλωνίζει στα διεθνή σαλόνια της πολιτικής. Ιδιαίτερα μετά το 2004 και την απόρριψη του τερατουργήματος Ανάν, από τη δική μας πλευρά, και ενώ ήταν αναμενόμενο ότι ο ανυποψίαστος και ανενημέρωτος διεθνής παράγοντας θα μας θεωρούσε υπεύθυνους για την απόρριψη μιας λύσης, που θεωρούσαν εκ προοιμίου ως δίκαιη, αφού προωθήθηκε από τα Η.Ε., αντί να δώσουμε όλο μας το βάρος στη διαφώτιση της διεθνούς κοινότητας αναλωθήκαμε σε μια εσωστρέφεια. Αναλωθήκαμε στο να κατηγορούμε οι μεν τους δε και αφήσαμε την Τουρκία να ασκεί επιθετική διπλωματία, με προμετωπίδα της επιχειρηματολογίας της την απόρριψη, εκ μέρους μας, του Σχεδίου Ανάν.
Ενώ εύκολα θα μπορούσαμε να πείσουμε και τον πιο δύσπιστο συνομιλητή μας, υποδεικνύοντας τις ρατσιστικές και αντιδημοκρατικές πρόνοιες του Σχεδίου Ανάν, ότι ούτε ο ίδιος θα αποδεχόταν ποτέ αυτό το σχέδιο για τον εαυτό του. Δεν είναι τυχαία που φτάσαμε σήμερα στο σημείο να μας κατηγορεί ο διεθνής παράγοντας ότι είμαστε η πλευρά που δεν επιθυμεί τη λύση. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σήμερα, αντί ο κατακτητής να ευρίσκεται στο σκαμνί, αντιμετωπίζεται ως ένας ενδιαφερόμενος τρίτος που ασκεί θετική επιρροή στις εξελίξεις, ενώ στο σκαμνί ευρίσκεται το θύμα της τουρκικής βαρβαρότητας ως η αδιάλλακτη πλευρά που εκμεταλλεύεται το κράτος που «απήγαγε» το 1964 και την ένταξή της στην Ε.Ε.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι αντί εμείς να είμαστε το θύμα έναντι του οποίου η διεθνής κοινότητα να αισθάνεται την υποχρέωση αποκατάστασης του δικαίου, στα μάτια της διεθνούς κοινότητας το θύμα είναι πλέον οι Τουρκοκύπριοι που είναι «απομονωμένοι» ένεκα της αδιάλλακτης στάσης των Ε/Κ οι οποίοι δεν επιθυμούν τη λύση αφού είναι «βολεμένοι». Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι αμφισβητούνται πλέον ανοικτά και ξεκάθαρα τα ίδια τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτά, δυστυχώς, δεν τα είπε πρώτος ο κ. Άϊντα. Τα ακούσαμε κατά καιρούς από το στόμα και άλλων πολιτικών προσώπων τόσο στους κόλπους της Ε.Ε. (βλέπε Πρωθυπουργό Αγγλίας, Υπ. Εξωτερικών Σουηδίας κ.α.) όσο και στους κόλπους των Η.Ε. (Ντε Σώτο, Ντάουνερ, Άιντα κ.α.).
Τα ακούσαμε αλλά δεν προβληματιστήκαμε. Τα προσπεράσαμε στο ντούκου διότι, δυστυχώς, έχουμε την τάση να αγνοούμε ό,τι δεν μας αρέσει να ακούμε αντί να προβληματιζόμαστε από αυτό που ακούμε και να λαμβάνουμε αμέσως μέτρα για να το διορθώσουμε. Και ας μην είμαστε αφελείς να πιστεύουμε ότι επειδή ο κ. Άϊντα προσπάθησε να συμμαζέψει μέρος των δηλώσεών του δεν εννοούσε όλα αυτά που είπε. Πρέπει να ξέρουμε ότι αυτά που είπε τα εννοούσε μέχρι και το τελευταίο ιώτα. Θα πρέπει, επιτέλους, να κατανοήσουμε ότι ένεκα της αδράνειάς μας και της έντονης και αποτελεσματικής Τουρκικής προπαγάνδας έχουμε χάσει σημαντικά ερείσματα στη διεθνή πολιτική σκακιέρα τα οποία θα πρέπει να ανακτήσουμε αν θέλουμε να διαπραγματευτούμε επί ίσοις όροις.
Μια μικρή και αδύνατη χώρα όπως είναι η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια να έχει στο απέναντι στρατόπεδο στις διαπραγματεύσεις τόσο τους ίδιους τους διαπραγματευτές όσο και όλους τους άλλους που ανέκαθεν αποτελούσαν σημαντικούς παράγοντες των από καιρού εις καιρόν διαπραγματεύσεων. Δεν είναι δύσκολο, με συντονισμένες ενέργειες, να ανατρέψουμε τις εσφαλμένες εντυπώσεις που κατάφερε να δημιουργήσει η Τουρκία φτάνει να αναλώσουμε χρόνο, κόπο και χρήμα. Έχουμε το δίκαιο με το μέρος μας και, συνεπώς, έχουμε και τα επιχειρήματα. Δεν είναι δύσκολο να υπενθυμίσουμε ότι στην Κύπρο έγινε εισβολή, ότι υπάρχει κατοχικός στρατός, ότι υπάρχουν δεκάδες ψηφίσματα των Η.Ε. που θα πρέπει επιτέλους να γίνουν σεβαστά, ότι ο κατοχικός στρατός δεν επιτρέπει την επανένωση της χώρας ότι….ότι… ότι…
Φαίνεται, όμως, ότι το πρόβλημα είναι ότι η σημερινή ηγεσία της χώρας δεν θέλει ή αδυνατεί να κατανοήσει ότι συνομιλίες υπό τις σημερινές συνθήκες είναι καταστροφικές αφού θα καταλήξουν σε ένα σχέδιο πλήρους παράδοσής μας στις απαιτήσεις της Τουρκίας ή, σε περίπτωση απόρριψης του σχεδίου από τους Ε/Κ, στην τελική διχοτόμηση της χώρας διά της αναγνώρισης του παράνομου Τ/Κ κράτους.
ΠΑΡΗΣ Μ. ΣΠΑΝΟΣ
Δικηγόρος




