Πάσχα, έρχεται, λέει, Πάσχα! Μην πάει ο νους σας σε τίποτα καλοκαιριές και σάλτα τσάμικου και ύπαιθρο και σούβλες και λουλουδάτα φουστανάκια (Μωρέ, μάρτυς μου ο Θεός, μακάρι να διαψευσθούν οι μετεωρολογοπροφήτες). Καλού κακού, εσείς ξεμαζέψτε τα χειμωνιάτικα, αν τα μαζέψατε, θα ρίξει, λέει, καρεκλοπόδαρα. Πάσχα… ατσούμπαλο, όπως ακριβώς και η ζωή μας τα τελευταία χρόνια, απρόβλεπτο, ανατρεπτικό κι αλλοπρόσαλλο. Πατάς το χειριστήριο, όργιο στο γυαλί, τι αρνιά, τι κοψίδια, τι κιμάδες, τι τσουρέκια, τι φλαούνες, τι κουλουράκια, σε χίλιες παραλλαγές, να σου τρέχουνε τα σάλια.
Για ποιους όλα αυτά; Παίζεται, καθότι όλο και πληθαίνουν οι κραυγές απελπισίας, ανθίζουν τα κοινωνικά παντοπωλεία, πληθαίνουν οι εκστρατείες στήριξης, οι καλοί Σαμαρείτες αγκομαχούν να μαζέψουν ό,τι θα μπορούσε να τσουλήσει προς τα κάτω τα φαρμάκια χιλιάδων άνεργων γονιών. Να ΄χεις, λέει, παιδί, να θέλει τα καινούργια του παπουτσάκια και ρουχαλάκια -αθάνατο έθιμο απ’ τους αρχαίους! καιρούς, τους δικούς μας- τη λαμπάδα του, τα σοκολατένια αβγά, κι ό,τι άλλο έχει στο μεταξύ επινοήσει, με την πάροδο του χρόνου, η καταναλωτική φρενίτιδα.
Στο σκηνικό τρελές διαφημίσεις για τιμές τρέλας, καθότι οι αριθμοί, λέει, ευημερούν, η ανεργία μειώθηκε τόσο δα! Αν ευημερούν οι άνθρωποι, ρωτάτε; Καλά απ’ το πέρυσι, άδικο να μην το πεις, κομμάτι καλύτερα, για κάποιους τουλάχιστον, ας είναι κι αυτό. Μα είναι και τ’ άλλα: τα καύσιμα που, με πέντε ευρώ κάνεις γύρο δύο τετράγωνα, που μειώνονται οι τιμές τους σ’ όλη την υφήλιο εκτός από τη δική μας νήσο των αγίων (βρε μπας κι είμαστε στην απ’ έξω και δεν το ΄χουμε χαμπαριάσει;). Η ανάσταση του τόπου που αναμενόταν το ΄13 και το ΄14 πλην ματαίως! (ασυνεπέστατη η κυρία). Ο εφιάλτης του Εξευτελιστικού Επιδόματος Επαιτείας (εντάξει, κάπως αλλιώς το λέει το κράτος, συγγνώμη).
Οι άρρωστοι που αναμένουν το λεωφορείο για τον άλλο κόσμο, καθότι το σύστημα νοσεί το ίδιο, πού να κοιτάξει κι άλλους! Οι βουτηγμένοι στην ασυδοσία εργολάβων που πλήρωσαν σπίτι και θα κατασκηνώσουν σε λίγο απ’ έξω να το καμαρώνουν! Αυτοί που τους κυνηγούσαν οι τράπεζες ν’ αλλάξουν καθεστώς στις οικονομίες τους και βρέθηκαν κι αδέκαροι και δαρμένοι με επιτόκια και υπερημερίες κι ό,τι άλλο κόβει ο νους των κρατούντων - διάβαζε τραπεζικοί άρχοντες.
Οι… αχάριστοι συνταξιούχοι των €350 ευρώ, οι… μωροφιλόδοξοι επιστήμονες των €500 ευρώ. Καλά, όλους αυτούς κι άλλους, ων ουκ έστι αριθμός κι ανάγκη μνείας, καθότι κυκλοφορούν ανάμεσά μας και δεν πήραν ακόμα τ’ άρματα, αφήστε τους! Ας χαρούν όσοι μπορούν κι εκδρομές και ταξίδια κι ό,τι τραβά η ψυχούλα τους κι αντέχει η τσέπη τους. Ουδείς φθόνος, ουδείς ψόγος! Οι άλλοι θα πάρουν χεράκι την ελπίδα, να την πάνε μια βόλτα να… οφθαλμοπορνήσουν σ’ όσα δεν δύνανται ν’ αποκτήσουν. Θα την πάνε στην εκκλησιά να κλάψουν με τα πάθη και τη σταύρωση, να συγκινηθούν με τον πόνο της Παναγιάς στον Επιτάφιο, να… απολαύσουν τα βαρελότα και τις τρακατρούκες την Ανάσταση, με κίνδυνο να χάσουν κανένα χέρι ή κανένα μάτι, θα τη σεργιανίσουν ανέξοδα την ελπίδα σε κανένα πάρκο, καθότι, ξέρετε, πεθαίνει τελευταία ό,τι κι αν ζει ο ελπίζων επί τα βελτίω.
Πόσο ακόμα θ’ αντέξει να μην την πετάξει από κανένα παράθυρο, κανένας δεν ξέρει. Θα το παλέψει όσο μπορεί, μπας κι ευημερήσουν κι οι άνθρωποι κάποια στιγμή, σ’ έναν κόσμο αλήθειας, αγάπης, συγχώρεσης, όπως την ονειρεύτηκε ο Ναζωραίος (άλλο που το πλήρωσε με τη ζωή του), Ιούδες-προδότες, Πέτροι-αρνητές, Άννες και Καϊάφες ευθυνόφοβοι ή πουλημένοι, μπόλικοι. Λέτε τελικά ο ελπίζων να την αξιωθεί μιαν αληθινή μέρα ανάστασης στις καρδιές; Χλομό έως κατακίτρινο φαίνεται, μα ας είναι! Καλό Πάσχα!
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ ΠΡΕΚΑ




