Ειλικρινά, προκαλεί έκπληξη για κάποιους που έζησαν από κοντά τα πράγματα, να έρχεται στο φως της δημοσιότητας κάποια λειτουργική παραδοξότητα του Κράτους και μάλιστα να χαρακτηρίζεται κι ως σκάνδαλο. Τώρα κάποιοι ανακάλυψαν ότι, αν το κτίριο όπου στεγάζεται το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων αγοραζόταν, τότε θα στοίχιζε 18,3 εκ. κι όχι 50 εκ. που θα στοιχίσει τελικά η ενοικίαση και συντήρησή του. Δυστυχώς δεν μπορούμε να βάλουμε τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις, όταν πρόκειται για δημόσια πράγματα. Ενδιαφερόμαστε μόνο για την ανακάλυψη κάποιας παρατυπίας κι όχι την εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων, για το πώς η Κυβέρνηση θα πρέπει να ενεργεί στις πάρα πολλές πράξεις που καθημερινά προβαίνει.

Γιατί μόνο αυτό το κτίριο; Μήπως το ίδιο δεν ισχύει και σε πλείστες άλλες περιπτώσεις, κατά τις οποίες Υπουργεία και άλλες κυβερνητικές υπηρεσίες στεγάζονται σε ενοικιαζόμενα κτίρια; Μήπως δεν θα ήταν πιο εποικοδομητικό να ξαναϊδωθεί το όλο θέμα της στέγασης των Υπηρεσιών αυτών; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Δεν ξέρω αν η συμφωνία που έγινε τότε ήταν σύμφωνη με τα δεδομένα της αγοράς. Είναι το μόνο σημείο που θα μπορούσε να διερευνηθεί, για να βρεθεί κατά πόσο υπήρξε χαριστική ενοικίαση, όπως κι αν η τακτική της ενοικίασης εξυπηρετούσε κάποια ιδιωτικά συμφέροντα.

Η μεγάλη διαφορά των πιο πάνω δυο αριθμών από μόνη της δεν λέει τίποτε. Τα 18,3 εκ., ποσό αγοράς, θα ήταν με ανατοκισμό 64 εκ. σε 50 χρόνια, εάν θεωρήσουμε ένα μέσο ετήσιο επιτόκιο 5%. Άρα δεν είναι η διαφορά των δυο αριθμών το επίμαχο θέμα. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι γιατί η Κυβέρνηση δεν έκανε όλα αυτά τα χρόνια κάτι νοικοκυρεμένο, που κάνει κάθε απλός πολίτης που αποκτά τη δική του οικογενειακή ή επαγγελματική στέγη, να κτίσει τα δικά της γραφεία, αντί να πληρώνει ενοίκιο σε πάρα πολλές περιπτώσεις και στο τέλος το ακίνητο να μην της ανήκει.

Οι μόνες περιπτώσεις που μπορεί να δικαιολογηθεί η ενοικίαση αντί αγοράς ή ανέγερσης κτιρίων είναι εκείνες της ενοικίασης για βραχυπρόθεσμους σκοπούς κι όταν ο ενδιαφερόμενος αδυνατεί να καταβάλει το αντίτιμο της αγοράς. Και τα δυο δεν ίσχυαν για την Κυβέρνηση. Κι αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα: Γιατί δεν φρόντισε να στεγάσει τις Υπηρεσίες της σε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις, μια και είχε τις οικονομικές δυνατότητες κι οι ανάγκες στέγασής τους ήταν μόνιμες; Με τον τρόπο αυτό θα είχε την ευχέρεια να δημιουργήσει κι ένα πιο λειτουργικό σύμπλεγμα και στην Πρωτεύουσα, όπως έγινε αργότερα σε κάποιο βαθμό στις Επαρχίες, αντί του διασκορπισμού τους εδώ κι εκεί, πράγμα που είναι σε βάρος της λειτουργικότητας και του κόστους λειτουργίας τους.

Ο εκσυγχρονισμός της Δημόσιας Υπηρεσίας και γενικά η δημιουργία μιας πιο αποδοτικής κυβερνητικής μηχανής ήταν πάντοτε μέσα στις επιδιώξεις μας. Ήδη το Δεύτερο Πενταετές Σχέδιο Ανάπτυξης 1967-1971, προέβλεπε αναθεώρηση κι εκσυγχρονισμό παλαιών μεθόδων και διαδικασιών, κατάργηση της γραφειοκρατίας και των απαρχαιωμένων διαδικασιών, και την εμφύσηση στη διοίκηση επιχειρηματικού πνεύματος και αναθεώρηση των όρων υπηρεσίας, προς τον σκοπό προσέλκυσης και διατήρησης στην υπηρεσία προσώπων με υψηλά προσόντα, για την εφαρμογή ενός φιλόδοξου προγράμματος ανάπτυξης.

Ένας παράγοντας γι' αυτά ήταν η στέγασή της σε σύγχρονα, λειτουργικά και ασφαλή κτίρια. Η εργασία για την ανέγερση νέων, σύγχρονων κτιρίων στον χώρο της Αρχιγραμματείας ξεκίνησε μερικά χρόνια πριν από την εισβολή, με την ανάθεση της εκπόνησης σχεδίων σε ξένους, σε συνεργασία με Κύπριους αρχιτέκτονες. Μέχρι το καλοκαίρι του 1974 είχε δαπανηθεί ένα σημαντικό ποσό μερικών εκατοντάδων χιλιάδων λιρών για τον σκοπό αυτόν, ενώ υπολειπόταν λιγότερη εργασία για να τελειώσουν τα σχέδια.

Κατόπιν παρέμβασής μας προς τον τότε Υπουργό Οικονομικών, συμφώνησε τελικά να συνεχιστεί η εργασία για ολοκλήρωση των σχεδίων, με το σκεπτικό ότι έτσι δεν θα πήγαινε χαμένη τόση προσπάθεια και δαπάνη, ενώ το έργο θα μπορούσε να υλοποιηθεί σταδιακά, ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητες που θα υπήρχαν. Παρά τις προσπάθειες που καταβάλαμε, όταν ανέτειλαν καλύτερες μέρες, η έναρξη υλοποίησης του έργου καθυστέρησε τουλάχιστο 20 χρόνια, με την ανέγερση επιτέλους επί διακυβέρνησης Κληρίδη του μέρους που αφορούσε το Υπουργείο Οικονομικών κι άλλες οικονομικές υπηρεσίες.

Στο μεταξύ, για να λύσουν τις τεράστιες στεγαστικές τους ανάγκες τα περισσότερα Υπουργεία έκαναν τις δικές τους διευθετήσεις, ενοικιάζοντας υποστατικά σε διάφορα μέρη της Πρωτεύουσας και προσθέτοντας έτσι στις ήδη υπάρχουσες δυσκολίες επικοινωνίας μεταξύ τους, χωρίς να επιλύεται οριστικά το στεγαστικό πρόβλημα των κυβερνητικών υπηρεσιών.

Μια μοναδική ευκαιρία για να διορθωθούν τα παλιά σφάλματα δόθηκε όταν ξεκίνησε η παρούσα οικονομική κρίση. Προέτρεψα τον τότε Υπουργό Οικονομικών, μεταξύ άλλων, να προωθήσει την ανέγερση κυβερνητικών κτιρίων με το σύστημα της αυτοχρηματοδότησης για δραστηριοποίηση της οικονομίας, ενόψει της ύφεσης που έμπαινε. Επειδή η τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας εκ των έσω, έλεγα, προσκρούει στις δημοσιονομικές δυσκολίες, τώρα που υπάρχει αρκετή εμπειρία στο θέμα αυτό (Αεροδρόμιο Λάρνακας, Κτίριο Γενικής Ελέγκτικής Υπηρεσίας) αν δινόταν οδηγία, οι Υπηρεσίες θα μπορούσαν γρήγορα να διεκπεραιώσουν τέτοιες διαδικασίες ανάθεσης έργων.

Ξεκινάτε με απλά έργα: Κυβερνητικά κτίρια, για τα οποία σε πολλές περιπτώσεις η Κυβέρνηση πληρώνει ενοίκια. Το ενοίκιο ή κάτι παραπάνω θα πήγαινε για τη δόση για ιδιόκτητα κτίρια! Να ένα πρόγραμμα που θα μπορούσε να ενταχθεί στις τελευταίες εξαγγελίες του Προέδρου, για επαναδραστηριοποίηση της οικονομίας.

Δρ Ιάκωβος Αριστείδου
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com