Η πολιτιστική κληρονομιά εκφράζει τη συσσώρευση μιας μακραίωνης πολύτιμης πείρας και αντιπροσωπεύει την ιστορία και την ταυτότητά μας. Η διατήρηση της πολιτισμικής μνήμης προϋποθέτει την εφαρμογή πολιτικής εμπλουτισμού της «κουλτούρας» της κοινωνίας σε εθνικό και διεθνές διαπολιτισμικό επίπεδο, μέσω της ευαισθητοποίησης για την αισθητική και την ιστορική σημασία των πολιτιστικών αγαθών. Σύμφωνα με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αντώνη Μακρυδημήτρη, συνθήκη της οικουμενικότητας του ανθρωπίνου πνεύματος είναι η ανεξαρτησία και η ανάπτυξή του.

Αυτή η διάσταση συνθέτει και το βαθύτερο νόημα της οικουμενικότητας του πολιτιστικού φαινομένου, το οποίο -σε μια προσπάθεια καθορισμού των μοντέλων πολιτιστικής στρατηγικής- εκτυλίσσεται σε τρεις διαστάσεις, τη διατήρηση της πολιτιστικής παράδοσης, την ανάδειξη της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας και τη διάθεση να δέχεται επιρροές από εκφάνσεις του πνεύματος και του πολιτισμού που σημειώνονται σε άλλους τόπους και λαούς. Ορατό μέρος της ιστορίας αποτελούν τα μνημεία ενός τόπου, τα οποία αναδεικνύουν τη σημασία του στον παγκόσμιο πολιτισμό.

Ο καθ. Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Βασίλης Λαμπρινουδάκης αναφέρει ότι η ύπαρξη των μνημείων δικαιώνεται μόνο όταν το μήνυμά τους γίνεται κτήμα της κάθε γενιάς που έρχεται σε επαφή με αυτά. Η εμπράγματη δημοσίευση των μνημείων και η ενεργητική απόδοσή τους στο ευρύ κοινό προϋποθέτει την πρότερη εξασφάλιση της αναγνωσιμότητάς τους ως προς τη μορφή και την ιστορική τους σημασία, αφού προηγηθούν οι απαραίτητες εργασίες συντήρησης, αποκατάστασης και αναστήλωσης, καθώς και διαμόρφωσης φιλικών μνημειακών χώρων. Για την ένταξη των μνημείων στην καθημερινή ζωή σημαντικές παράμετροι είναι η ενεργοποίησή τους για την οικονομική ανάπτυξη και η σύνδεσή τους με την ανάδειξη ιστορικών τόπων, τοπίων φυσικού κάλλους και προϊόντων της περιοχής τους.

Η διαχείριση των εν λόγω παραμέτρων συμβάλλει αφενός στην προσφορά μιας ολοκληρωμένης εικόνας του πολιτισμού και αφετέρου στη διατήρηση της ταυτότητας στην περιοχή. Η αποτελεσματική υλοποίηση των στόχων αυτών, όμως, συναντά τη δυσμενή οικονομική συγκυρία, τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και κάποιες νοοτροπίες που δεν διευκολύνουν τις συνέργειες. Όχι μόνο η διαχείριση αλλά και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί φλέγον ζήτημα στην εποχή μας, καθώς χαρακτηριστικά ανακοινώθηκε σε συνέδριο του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων το 2000 στην Αθήνα, ότι τα ετήσια κέρδη που αποφέρει το εμπόριο κλεμμένων έργων τέχνης και αρχαιοτήτων υπολογίζονται στα 11 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ 6.000 έργα τέχνης γίνονται αντικείμενα κλοπής στην Ευρώπη κάθε έτος, καθιστώντας την παράνομη διακίνηση πολιτιστικής κληρονομιάς τον τρίτο πιο διαδεδομένο τύπο παράνομου εμπορίου παγκοσμίως μετά το εμπόριο των ναρκωτικών και των όπλων.

Επιγραμματικά αναφέρεται ότι η προστασία των πολιτιστικών αγαθών στη Διεθνή Κοινότητα διέπεται από Συμβάσεις, όπως η Διεθνής Σύμβαση της Χάγης που αφορά στην προστασία των πολιτιστικών αγαθών σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης (1954), η Σύμβαση της Unesco που αφορά στα μέσα προστασίας και καταπολέμησης της παράνομης εισαγωγής, εξαγωγής και διακίνησης της κυριότητας των πολιτιστικών αγαθών (1970), η Σύμβαση της Unesco για την προστασία της Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς (1972), η Σύμβαση Unidroit για τα κλαπέντα ή παρανόμως εξαχθέντα πολιτιστικά αγαθά (1995) και το Προσχέδιο Σύμβασης της Γενικής Διάσκεψης της Unesco στο Παρίσι για την προστασία της υποβρύχιας πολιτιστικής κληρονομιάς (1999). Στη βάση του Κοινοτικού Δικαίου προβλέπεται ο Κανονισμός (ΕΟΚ) 3911/1992 του Συμβουλίου σχετικά με την εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών και η Οδηγία 93/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφος κράτους-μέλους.

Οι διεθνείς αυτές συμβάσεις όμως δεν έχουν τόσο νομική δεσμευτική ισχύ όσο ηθικό δεσμευτικό χαρακτήρα και δεν συνοδεύονται από κατάλληλη προσαρμογή του εθνικού δικαίου των κρατών που τις έχουν προσυπογράψει. Παρά τις συμβατικές υποχρεώσεις της Τουρκίας που εκπορεύονται από τις Συμβάσεις, στις οποίες είναι συμβαλλόμενο μέρος, η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στην κατεχόμενη Κύπρο συνεχίζεται. Μια από τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής του 1974 και της παράνομης κατοχής του 36,2% του κυπριακού εδάφους στην Κύπρο είναι η καταστροφή της πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς στα κατεχόμενα, η διεξαγωγή παράνομων «ανασκαφών» και η κλοπή και πώληση πολιτιστικών θησαυρών στο εξωτερικό.

Περισσότερες από 550 ελληνορθόδοξες εκκλησίες, παρεκκλήσια και μοναστήρια σε πόλεις και χωριά των κατεχομένων περιοχών έχουν λεηλατηθεί και κατεδαφιστεί στο πλαίσιο της πολιτικής αλλοίωσης της πολιτιστικής ταυτότητας που επιχειρείται, ενώ περίπου 20.000 εκκλησιαστικά κειμήλια αγνοούνται και συνολικά 60.000 πολιτιστικά αντικείμενα έχουν μεταφερθεί παράνομα σε ξένες χώρες μετά το 1974. Οι ενέργειες αυτές παραβιάζουν τις σχετικές διεθνείς συνθήκες και ο ρόλος της Τουρκίας στο παράνομο εμπόριο αρχαιοτήτων από την κατεχόμενη Κύπρο καταδεικνύεται και από τις υποθέσεις που η Κυπριακή Δημοκρατία και η Εκκλησία της Κύπρου οδήγησαν ενώπιον της Δικαιοσύνης (τοιχογραφίες του Αγίου Ευφημιανού της Λύσης, ψηφιδωτά της Κανακαριάς). Καθίσταται απαραίτητη η διαφύλαξη και προώθηση της ιδέας ενός διεθνούς χάρτη θρησκευτικής κληρονομιάς, καθώς η προστασία της αποτελεί δείκτη και ένδειξη πολιτισμού.

ΜΑΡΙΝΟΣ ΜΟΥΣΙΟΥΤΤΑΣ