Κολόκες ονομάζουν στην Κύπρο τις αποξηραμένες κολοκύθες που τις χαράζουν περίτεχνα, με γεωμετρικά μοτίβα. Μ' αυτήν τη λέξη ήθελε να τιτλοφορήσει την κυπριακή του συλλογή ο Σεφέρης. Για να τιμήσει τον λαϊκό πολιτισμό του νησιού που τόσο αγάπησε, αλλά και για να υπογραμμίσει ότι η ποιητική πράξη προϋποθέτει όχι μόνο έμπνευση αλλά και σκληρή δουλειά, εξάσκηση και αφοσίωση, σαν χειροτεχνία. Δικαίως, λοιπόν, μία από τις πλέον διακριτικές και εκλεκτές ερευνήτριες του σεφερικού έργου, η Κατερίνα Κρίκου-Davis διάλεξε να τιτλοφορήσει «Κολόκες» τη μελέτη της για τα κυπριακά ποιήματα του Σεφέρη, τα οποία έγιναν γνωστά ως «Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄».
Οι «Κολόκες» έγιναν δεκτές ως διδακτορική διατριβή από το Κέιμπριτζ (1992), βραβεύτηκαν, κυκλοφόρησαν ως βιβλίο στα Αγγλικά (1994), και τώρα αναθεωρήθηκαν και μεταφράστηκαν (από τον Τώνη Μόζερ) στα Ελληνικά. Πρόκειται για ένα από τα γοητευτικότερα λογοτεχνικά δοκίμια (Εκδ. Ιδεόγραμμα), που απαντά σε απαιτήσεις και ανησυχίες του σημερινού αναγνώστη, συνδυάζοντας την ιστορική με τη φιλολογική ματιά. Η συγγραφέας δεν παραθέτει τα (13) ποιήματα που την απασχολούν, αλλά τα διηγείται ένα-ένα αποκρυπτογραφώντας σύμβολα και (λογοτεχνικές, ιστορικές, πραγματολογικές) αναφορές, αναζητώντας συσχετισμούς ή αναλογίες (με άλλα έργα), εντοπίζοντας απόηχους (από την αρχαία ελληνική, τη λαϊκή, τη θρησκευτική ή την ευρωπαϊκή παράδοση), εξετάζοντάς τα σε σχέση με το σύνολο του έργου του, και παραθέτοντας σχετικές απόψεις του από τις «Δοκιμές», την αλληλογραφία ή τα ημερολόγιά του. Και το σπουδαιότερο, τοποθετεί κάθε ποίημα στο ιστορικό του πλαίσιο, φωτίζοντας την ιδεολογική θέση του Σεφέρη για το Κυπριακό.
Πολλοί έχουν γράψει γι΄ αυτά τα ποιήματα, και πρώτος ο Γ.Π. Σαββίδης το 1961, ωστόσο ποτέ δεν έχει γίνει συστηματική εις βάθος ανάλυσή τους όπως τώρα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Κατερίνα Κρίκου-Davis «αποδομεί» τα κυπριακά ποιήματα του Σεφέρη, αποκαλύπτοντας τα ίχνη της έμπνευσής του και την ποιητική του επεξεργασία των πολιτικο-ιστορικών ζητημάτων, προκειμένου να «ξαναδέσει» όλο αυτό το υλικό με γλώσσα κατανοητή, σε μια ερμηνεία μιας ολόκληρης εποχής, που συνεπαίρνει κάθε ενδιαφερόμενο για λογοτεχνία. Η Κατερίνα Κρίκου-Davis είναι κι αυτή μια αφοσιωμένη.
Έκανε 10 χρόνια να γράψει ετούτο το βιβλίο και, μόνο από το εύρος των αναφορών της, καταλαβαίνει κανείς το γιατί. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που εκείνη ανέλαβε τον άθλο να αποκρυπτογραφήσει και να υπομνηματίσει τα τελευταία χειρόγραφα σημειωματάρια του Σεφέρη ως επιμελήτρια του τόμου του Προσωπικού Ημερολογίου του «Μέρες Η΄», όπου συγκεντρώνονται οι σκέψεις, τα σχόλια και οι εξομολογήσεις του από την ύστατη δεκαετία της ζωής του (1961-1971). Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει το 2004 από τον «Ίκαρο». Το ενδιαφέρον είναι ότι η τελευταία εγγραφή (11/5/71) αφορά… την Κύπρο.
Ο Σεφέρης, που είχε αναμειχθεί στην υπόθεση και ως διπλωμάτης, τρέμει μη διαμελιστεί το νησί και εκφράζει την απελπισία του για τις πολιτικές χρήσεις του Κυπριακού από διάφορους «υπερπατριώτες» που «ρίχνουν στάχτη στα μάτια του απλοϊκού κοσμάκη». Τα κυπριακά ποιήματα του Σεφέρη είναι τόσο επίκαιρα σήμερα όσο και όταν γράφτηκαν, πριν από 50 χρόνια (1953-55). Αρκεί να διαβάσει κανείς την «Ελένη», που μιλά για τη ματαιότητα και τον εμπαιγμό των πολέμων, ή τη «Σαλαμίνα της Κύπρος», που καταδικάζει τη συντονισμένη προσπάθεια της βρετανικής κυβέρνησης να δημιουργήσει μια κυπριακή εθνική συνείδηση, διαφοροποιημένη από την ελληνική και την τουρκική.
Στα χρόνια εκείνα κορυφώνονται πράγματι τα γεγονότα που οδήγησαν στην ανακήρυξη της Κύπρου ως ανεξάρτητης δημοκρατίας (1960). Ο ποιητής μιλά λοιπόν για το ανθρώπινο δράμα που έζησε το νησί και για το «θαύμα» που εξακολουθεί να λειτουργεί εκεί. Η Κύπρος του ΄50 αποτελεί για τον Σεφέρη μια εξαίρεση στη σκοτεινή μετεμφυλιακή πραγματικότητα της εποχής. Και είναι χαρακτηριστικό, λέει η Κ. Κρίκου-Davis, ότι η αίσθηση της αποξένωσης και της χαμένης ακεραιότητας, που εμφανιζόταν τόσο συχνά στο προηγούμενο έργο του, απουσιάζει από εδώ. Το «Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄» αποτυπώνει πράγματι μια αρμονική σχέση του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του, που ήταν και το ζητούμενο για τον Σεφέρη.
Όπως ζητούμενο ήταν και η παραδοχή της ψυχικής ταύτισης των Κυπρίων με την Ελλάδα. Σ΄ αυτό το θέμα, οι πρόσφατες εξελίξεις δικαιώνουν τον ποιητή. Μένει να δούμε αν λειτουργεί ακόμη το «θαύμα». Ανατρέχοντας για ακόμη μια φορά στο αρχείο του Κινήματος Ελληνικής Αντίστασης, βρέθηκε το άρθρο της Μικέλας Χαρτουλάρη με τον πιο πάνω τίτλο. Γράφτηκε τον Μάιο του 2003. Αναπόλησα τότε πραγματικά τις ημέρες και μήνες που αρχίσαμε μια τιτάνια προσπάθεια να στηθεί ένα μνημείο γι΄ αυτό τον Έλληνα Μικρασιάτη, ποιητή, Νομπελίστα και τέλος Έλληνα της Κύπρου. Αγάπησε και ύμνησε όσο κανένας άλλος πνευματικός άνθρωπος την Κύπρο και τον λαό της και ως διπλωμάτης δε, πολέμησε όσο του επέτρεπαν οι «μάστορές» του, τότε οι αμφιλεγόμενοι και δωσίλογοι ηγετίσκοι του Ελληνισμού Καραμανλής και Αβέρωφ, για την ένωση της Κύπρου με την Μητέρα Ελλάδα χωρίς να τα καταφέρει.
Ήταν τον Ιούλιο του 2008 όταν αποταθήκαμε στο Υπουργείο Παιδείας και συγκεκριμένα στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες, που υπεύθυνος των μνημείων ήταν ένας σπουδαίος πνευματικός και σκληρός εργάτης, ένας πραγματικός άνθρωπος, ο κύριος Π. Παρασκευάς, για να συζητήσουμε και να μας υποδείξουν, αν συμφωνούσαν, ένα χώρο για την ανέγερση μνημείου του Γιώργου Σεφέρη, ενός πραγματικού σπλάχνου της ελληνικής Κύπρου. Τους πληροφορήσαμε ότι είχαμε τότε, συγκεντρώσει £200.000 για τον σκοπό αυτό. Το Υπουργείο μάς υπέδειξε τον χώρο δεξιότερα του μνημείου της Ελευθερίας στον προμαχώνα, απέναντι από το Αρχιεπισκοπικό Μέγαρο στη Λευκωσία. Την εκπόνηση του σχεδίου ανέλαβε αφιλοκερδώς το αρχιτεκτονικό γραφείο «Άθως Δίκαιος & Συνεργάτες».
Όταν τέλειωσε η προκαταρκτική μελέτη του αρχιτεκτονικού σχεδίου είχαμε επαφές με τον Δήμο Λευκωσίας και την Επιτροπή μνημείων των Πολιτιστικών Υπηρεσιών με πρόεδρο τον κον Παρασκευά, ενθουσιασμός και παρότρυνση απ΄ όλους να αποταθούμε στο Τμήμα Αρχαιοτήτων γιατί το τείχος, το σύμβολο ολέθρου, ήταν προστατευόμενο! Βεβαίως απερρίφθη το αίτημά μας για τον πιο πάνω λόγο. Προτίμησαν να μην ανεγερθεί το μνημείο, για να μην «χασκιαστεί» το τείχος, γιατί δεν συνάδει, μας είπαν, με τον περιβάλλοντα χώρο.
Δεν μας υπέδειξαν όμως άλλο χώρο και ο περί ου λόγος χώρος είναι μέχρι σήμερα χορταριασμένος, παραμελημένος, χώρος ναρκωτικών και άλλων ανωμαλιών. Προτιμούμε να παρέχουμε κονδύλια για μετονομασίες πλατειών, οδών και ανέγερση επιτύμβιων στηλών σε δωρητές, δωσίλογους πολιτικούς και χρηματοδότες έργων και παροχή υλικών αγαθών σε πρώην και νυν τοκογλύφους και «εκτελεστές» φτωχών οικογενειών, παρά σε Ήρωες και πνευματικούς ανθρώπους, που πρέπει να είναι πρότυπα για την παραπαίουσα σήμερα νεολαία μας. Που δεν φταίει σε τίποτα.
ΚΡΙΝΟΣ Ζ. ΜΑΚΡΙΔΗΣ
Πρόεδρος Κινήματος Ελληνικής Αντίστασης (ΚΕΑ) Κύπρου




