Oι τράπεζες δεν δικαιολογούνται για τη σημερινή έκθεσή τους σε τόσα ανείσπρακτα, ακάλυπτα και μη εξυπηρετούμενα δάνεια

Δεν είναι η πρώτη φορά που το τραπεζικό σύστημα δημιουργεί προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της οικονομίας, ίσως όχι τόσο καταστροφικά, όπως τώρα. Λόγω της αδυναμίας του Κράτους και ιδιαίτερα της ΚΤΚ να ρυθμίσουν τα της λειτουργίας του κατά τρόπο που θα ικανοποιούσε τις αναπτυξιακές ανάγκες του τόπου, η ίδια η Κυβέρνηση προχώρησε κατά καιρούς στην ίδρυση υποκατάστατων θεσμών για τον σκοπό αυτό. Μήπως είναι καιρός να ξαναεπισκεφτούμε μερικούς από αυτούς για να αντλήσουμε διδάγματα για το μέλλον; Αν και το τραπεζικό σύστημα έχει τώρα ενταχθεί στο ευρωπαϊκό κι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται στην ΕΚΤ, πιστεύω ότι μια επανεκτίμηση των ειδικών αναγκών της Κύπρου θα βοηθήσει να προβάλλονται και λαμβάνονται υπόψη κατά τις αποφάσεις της Φρανκφούρτης.

Στην αρχή ήταν το Ταμείο Δανειστικών Επιτρόπων, που υιοθετήθηκε από την Κυβέρνηση αμέσως μετά την Ανεξαρτησία για χρηματοδότηση έργων και προγραμμάτων που συμβάλλουν στην ανάπτυξη (κοινοτικά έργα αγροτικής και υδατικής ανάπτυξης, έργα αναδασμού, δανειοδότηση φοιτητών για σπουδές στο εξωτερικό, ίδρυση περιφερειακών εταιρειών λεωφορείων, ανέγερση ξενοδοχείων από εκτοπισθέντες ή στα ορεινά θέρετρα, αυτοεργοδότηση αποφοίτων πανεπιστημίων, συντήρηση/αναπαλαίωση διατηρητέων οικοδομών). Οι πόροι του Ταμείου προέρχονταν από άτοκα κυβερνητικά δάνεια, που μπορούσαν να επιστραφούν όταν το Ταμείο είχε πλεονάσματα, όπως από το 1988. Δυστυχώς, το 2007 το Ταμείο τερμάτισε την παραχώρηση νέων δανείων.

Μετά την Ανεξαρτησία ιδρύθηκε από την Κυβέρνηση η Τράπεζα Αναπτύξεως με συμμετοχή στην Αρχή ιδιωτών και στήριξη από τη ΔΤ Αναπτύξεως. Παρόλο που η ΤρΑ συνέβαλε πολύ στην ανάπτυξη του τόπου χρηματοδοτώντας επενδύσεις, που οι εμπορικές τράπεζες είτε αρνούνταν είτε δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσουν, ενισχύοντας έτσι ακόμη περισσότερο την κερδοφορία των εμπορικών τραπεζών, όποτε χρειάστηκε την υποστήριξή τους δε την είχε. Απεναντίας συνεχής ήταν η υπονόμευσή της από μέρους τους.

Τελικά η ΤρΑ οδηγήθηκε σε κλείσιμο γιατί ήταν αδύνατο να τα βγάλει πέρα με το μικρό περιθώριο κέρδους από τα επιτόκια μεταξύ δανείων κεφαλαίων και δανείων μιας και δεν είχε πρόσβαση στις προσοδοφόρες δραστηριότητες της λιανικής τραπεζικής εργασίας. Περιέγραψα αλλού τις ανεπιτυχείς προσπάθειες για ενίσχυση του ρόλου της ΤρΑ με την ελάχιστη συμμετοχή της στις εγχώριες καταθέσεις, που διαφάνηκε τώρα πόσο σημαντικός θα ήταν.

Όταν φάνηκε ότι οι Τράπεζες δεν μπορούσαν να εξυπηρετήσουν μια βασική κοινωνική ανάγκη των πολιτών, την απόκτηση ιδιόκτητης στέγης, η Κυβέρνηση προχώρησε στη δημιουργία εξειδικευμένων θεσμών, τους Οργανισμούς Χρηματοδότησης Στέγης κι Ανάπτυξης Γης.

Οι όροι παραχώρησης τραπεζικών στεγαστικών δανείων ήταν δυσβάστακτοι και απαγορευτικοί για το μεγαλύτερο μέρος του λαού. Το ποσό του δανείου, που αποτελούσε ένα μικρό μέρος του απαιτούμενου ποσού, έπρεπε να αποπληρωθεί σε πέντε χρόνια προς 9% και στην περίπτωση νέας οικοδομής έπρεπε να διαθέτει κανένας ιδιόκτητο οικόπεδο. Με τους όρους αυτούς θα έπρεπε να διαθέτει κάποιος πέραν των 75% του μισθού του για τη δόση του δανείου.

Το ποσοστό αυτό ήταν εξωφρενικό. Διεθνώς έχει καθιερωθεί ότι η μηνιαία δαπάνη για στέγαση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα τρίτο του μισθού/εισοδήματος κάποιου. Καταλήξαμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι έπρεπε και στην Κύπρο να γίνουν ειδικές διευθετήσεις για διευκόλυνση του κοινού για απόκτηση στέγης (Building Societies).

Η αρχική σκέψη ήταν να δημιουργηθεί ένας Οργανισμός, που θα κάλυπτε και τις δυο πτυχές, στέγης και γης. Το σχήμα αυτό προσέκρουσε στους κανονισμούς περί λειτουργίας τραπεζικών ιδρυμάτων της Κ/Τράπεζας. Σφοδρότατες ενστάσεις για το όλο εγχείρημα είχαμε κι από τις εμπορικές τράπεζες. Ανασκοπώντας τη λειτουργία των στεγαστικών αυτών Οργανισμών ίσως κάποιος να ισχυριστεί ότι ο ρόλος τους ήταν πολύ μικρός.

Όμως η πιο σημαντική συμβολή τους, καταλυτική θα έλεγα, ήταν η μεταβολή στη στάση των εμπορικών τραπεζικών κι άλλων χρηματοδοτικών οργανισμών, ώστε να προσφέρουν οικιστικά δάνεια με ορίζοντα αποπληρωμής μέχρι και τριάντα χρόνια. Για τη χρηματοδότηση της επαναδραστηριοποίησης της οικονομίας μετά την εισβολή φροντίσαμε ώστε ένα μικρό ποσοστό των τραπεζικών καταθέσεων (3%) να μεταφερθεί στο γνωστό Ταμείο Προτεραιοτήτων.

Όπου χρειαζόταν, η Κυβέρνηση εκάλυπτε με εγγύηση τον εκτοπισθέντα επιχειρηματία. Το εγχείρημα δούλεψε πολύ καλά, μέχρι που οι Τράπεζες άρχισαν να προβάλλουν δυσκολίες αμφισβητώντας την ικανότητα της Κυβέρνησης να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που αναλάμβανε. Κι όμως ήταν η Κυβέρνηση που συμπαραστάθηκε στις Τράπεζες για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση που δημιουργήθηκε με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και την αναγκαστική αφερεγγυότητα όσων οι περιουσίες βρίσκονταν στις Κ/Περιοχές.

Στην πράξη η υπέρβαση του σοβαρού αυτού προβλήματος έγινε περίπου ως εξής: Τα πιστωτικά ιδρύματα για τις περιπτώσεις όπου ήταν αδύνατο να εξασφαλίσουν το λαβείν τους άρχισαν να τις διαγράφουν μέσω των ετήσιων κερδών, επιβαρύνοντας τον λογαριασμό κερδοζημιών με τη σιωπηρή συγκατάθεση των Φορολογικών Αρχών. Η ανάγκη ισότιμης κατανομής των βαρών που προέκυψαν από την τουρκική εισβολή και κατοχή και αποκατάστασης της φερεγγυότητας σύμφωνα με την κατεχόμενη περιουσία εκάστου, οδήγησε στην ίδρυση το 1989 του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής των Βαρών, που παραχωρεί δάνεια για συγκεκριμένους σκοπούς έναντι υποθήκευσης περιουσιών στις Κ/Περιοχές.

Η δημιουργία του Φορέα απάλλαξε τις Τράπεζες από τη χρηματοδότηση τέτοιων περιπτώσεων. Συνεπώς οι Τράπεζες δεν δικαιολογούνται για τη σημερινή έκθεσή τους σε τόσα ανείσπρακτα, ακάλυπτα και μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Αλλού θα πρέπει να εστιαστεί η αιτία, στην κακή διαχείριση των αποταμιεύσεων που τους εμπιστεύτηκαν οι Κύπριοι και ξένοι καταθέτες.

ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com