Το να θεωρεί κανείς ότι η ύπαρξη κάποιων μαθημάτων -και εν προκειμένω των ξένων γλωσσών- στο υπάρχον ωρολόγιο πρόγραμμα αποτελεί μια πολυτέλεια ή μια παρουσία δευτερεύουσας σημασίας είναι αναμενόμενο. Ούτως ή άλλως πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν παρωχημένες νοοτροπίες, που θα ταλανίζουν το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Το να θεωρεί όμως ότι απευθύνεται σε ανθρώπους μειωμένης αντιληπτικής ικανότητας και συνεπώς μπορεί να τους πείσει ότι το μαύρο είναι άσπρο καταντά τουλάχιστον προκλητικό. Δεν θεωρούμε ότι ο κάθε νοήμων άνθρωπος μπορεί να εκλάβει σαν «αναβάθμιση» τον αφανισμό των ξένων γλωσσών από το προτεινόμενο ωρολόγιο πρόγραμμα και τη μετατόπισή τους σε απογευματινή προαιρετική βάση.
Αν αυτό βαφτίζεται ως «αναβάθμιση», τότε τι ορίζεται ως υποβάθμιση; Καλούμε όσους έχουν απορίες σχετικά με την ερμηνεία των δύο όρων να ανατρέξουν στο λεξικό του Μπαμπινιώτη. Αυτή είναι η πολιτική που οραματιζόταν το ΥΠΠ, όταν μιλούσε για ανάγκη επαναχάραξης της πολιτικής για τις ξένες γλώσσες; Την πολιτική του αφανισμού τους από το Ενιαίο Λύκειο; Αυτή είναι η εκπαιδευτική μας απάντηση σε έναν πολυπολιτισμικό κόσμο; Αυτή είναι η εκπαιδευτική μας απάντηση στην αναγκαιότητα εκμάθησης ξένων γλωσσών από τους μαθητές μας, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν σε οποιοδήποτε εργασιακό περιβάλλον, αφού η γνώση ξένων γλωσσών κρίνεται ως απαραίτητο και αναπόσπαστο προσόν;
Συγκεκριμένα στη σελίδα 8 της εν λόγω πρότασης αναφέρεται ότι:
«Η επιτροπή προχώρησε στην αξιοποίηση των σχετικών προηγούμενων επιστημονικών μελετών και συναφών εκθέσεων, καθώς και στη μελέτη και στην αξιοποίηση των παλαιοτέρων προτάσεων, εκθέσεων και ερευνών για την αναδόμηση του ωρολογίου προγράμματος». Και εμείς ρωτούμε: Η σημερινή πρόταση τι σχέση έχει με την πρόταση της επιτροπής Τσάκαλου του 2012; Εκεί η επιτροπή Τσάκαλου είχε αναβαθμίσει τις ξένες γλώσσες, αφού βρίσκονταν στους 6 από τους 7 κλάδους (στους δύο από αυτούς ως υποχρεωτική ξένη γλώσσα), ενώ στα υπόλοιπα προγράμματα βρίσκονταν στα μαθήματα περιορισμένης επιλογής. Επίσης, οι γλώσσες βρίσκονταν ακόμη και ανάμεσα στα μαθήματα ελεύθερης επιλογής.
Ποια είναι λοιπόν η αξιοποίηση των παλιών μελετών και πού έχουν βασιστεί για να καταλήξουν σε αυτήν την εκ διαμέτρου αντίθετη πρόταση;
Η λογική του παραλόγου όμως δεν σταματά εδώ όσον αφορά στις ξένες γλώσσες.
1) Είναι ποτέ δυνατόν μαθητής που θα επιλέξει την Κατεύθυνση των Ξένων Γλωσσών και Ευρωπαϊκών Σπουδών να μπορεί να την ολοκληρώσει επιτυχώς με ΜΙΑ μόνο ξένη γλώσσα (Αγγλικά); Είναι ποτέ δυνατόν οι υπόλοιπες ξένες γλώσσες στον συγκεκριμένο κλάδο να είναι επιλεγόμενες και όχι υποχρεωτικές, και αντ' αυτού οι μαθητές να διδάσκονται υποχρεωτικά τα Λατινικά; Σίγουρα lingua madre (μητέρα γλώσσα) των δυτικοευρωπαϊκών γλωσσών αλλά παράλληλα lingua morta (νεκρή γλώσσα). Ο καθαρός, δε, εμπαιγμός συνίσταται στο ότι για να έχουν οι μαθητές πρόσβαση στα πανεπιστήμια από την κατεύθυνση Ξένων Γλωσσών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, θα πρέπει να εξετάζονται υποχρεωτικά στις Παγκύπριες Εξετάσεις στα Νέα Ελληνικά, Αγγλικά και Γαλλικά, και σε ένα επιλεγόμενο μάθημα μεταξύ των οποίων Αρχαία Ελληνικά, Λατινικά, Μαθηματικά, Πολιτική Οικονομία και Ιστορία. Και ρωτούμε: Πού βρίσκεται η υποχρεωτική εξέταση των υπολοίπων ξένων γλωσσών, που θεωρητικά δικαιούται ο μαθητής να επιλέξει;
Ζητούμε τάχιστη αναθεώρηση των υποχρεωτικών μαθημάτων αυτής της κατεύθυνσης σπουδών με την εισαγωγή ακόμα ΔΥΟ ξένων γλωσσών στα υποχρεωτικά μαθήματα, τις οποίες οι μαθητές θα επιλέγουν μεταξύ όλων των υπολοίπων γλωσσών και οι οποίες θα πρέπει να εξετάζονται ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ στις Παγκύπριες Εξετάσεις. Θυμίζουμε στους συντάκτες της νέας πρότασης ότι στο παλαιό σύστημα με τις δέσμες, η δέσμη των Ξένων Γλωσσών είχε ΤΡΕΙΣ υποχρεωτικές γλώσσες και αυτό σε εποχές που η γλωσσομάθεια δεν ήταν τόσο διαδεδομένη και επίκαιρη όσο σήμερα.
2) H επιτροπή, στην «προσπάθειά» της να ενισχύσει τη γνώση των 5 ξένων γλωσσών (γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, ρωσικά, τουρκικά) και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας για τους καθηγητές αυτών των γλωσσών -όπως αναφέρει στο υπόμνημά της- εισηγείται την καθιέρωση δύο ωρών διδασκαλίας την εβδομάδα στα Κρατικά Ινστιτούτα Επιμόρφωσης εάν και εφόσον υπάρξει ζήτηση από τους μαθητές. Αφού λοιπόν υπάρχει τέτοια σπουδή για τις θέσεις εργασίας μας και πίστη για την αξία των μαθημάτων μας, γιατί δεν πρότεινε τη διατήρηση των γλωσσών αυτών στο Λύκειο; Πώς τεκμηριώνεται η συνεχής χρήση της λέξης «αναβάθμιση» με το να σταλούν στα ΚΙΕ οι καθηγητές ξένων γλωσσών; Γιατί δεν στέλλονται στα ΚΙΕ τα Αρχαία και τα Λατινικά, αφού αυτό θεωρείται αναβάθμιση;
Μήπως τελικά πρόκειται για μία πρόταση-πυροτέχνημα, για να ρίξει στάχτη στα μάτια μας με την ελπίδα ότι δεν θα δούμε τις επερχόμενες απολύσεις μας;
Απαιτούμε όχι μόνο την επιστροφή των 2 ωρών που μας αφαιρέθηκαν από τον κοινό κορμό για να προστεθούν στα Αγγλικά (στη Β και Γ Λυκείου), αλλά και την εισαγωγή μας από την Α Λυκείου στον κοινό κορμό, ούτως ώστε να δίνεται η δυνατότητα στους μαθητές που μαθαίνουν τις γλώσσες μας να φτάνουν σε πιο προχωρημένο επίπεδο. Οι μαθητές θα καλούνται να επιλέξουν τη δεύτερη ξένη γλώσσα που θα παρακολουθήσουν -μεταξύ όλων των γλωσσών που προσφέρονται και σήμερα- χωρίς δυνατότητα αλλαγής. Οι μαθητές που επιθυμούν περαιτέρω ενίσχυση κάποιας γλώσσας, αυτή θα επιτυγχάνεται μέσα από την επιλογή της συγκεκριμένης γλώσσας στο πλαίσιο των Κατευθύνσεων των Ξένων Γλωσσών και Ευρωπαϊκών Σπουδών ή των Υπηρεσιών ή των Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών.
3) Στη σελ. 36 αναλύεται η πολιτική της πρότασης, ως προς τις ξένες γλώσσες, αναφέροντας ότι οι ξένες γλώσσες είχαν δύο ώρες υποχρεωτικά. «Αυτό όμως έχει κριθεί από όλους παιδαγωγικά και επιστημονικά ότι είναι αναποτελεσματικό, και δεν ενισχύει ουσιαστικά τη γλωσσομάθεια των μαθητών μας, αλλά, αντίθετα, ανέπτυξε το στοιχείο της εύκολης επιλογής και της βαθμοθηρίας».
Εμείς θέτουμε τα εξής ερωτήματα:
· Ποιοι είναι αυτοί οι «όλοι» που έκριναν ως αναποτελεσματική τη διδασκαλία των ξένων γλωσσών (2 ωρών την εβδομάδα) και βάσει ποιας επιστημονικής και παιδαγωγικής έρευνας έχουν καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα;
· Διεξήχθησαν ανάλογες επιστημονικές και παιδαγωγικές έρευνες για αντίστοιχες ειδικότητες μη εξεταζόμενων μαθημάτων (κοινού κορμού); Συγκρίθηκαν με τη δική μας; Ποια τα αποτελέσματα;
Απαιτούμε την τάχιστη κοινοποίηση των ερευνών αυτών.
4) Οι καθηγητές των ξένων γλωσσών είναι στην πλειοψηφία τους συμβασιούχοι και έκτακτοι, που εργάζονται για 5-6 μέχρι και 12 χρόνια στην εκπαίδευση με αυτό το καθεστώς, παρ' όλον που έχουν ολοκληρώσει την προϋπηρεσιακή τους κατάρτιση με επιτυχία εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ποτέ δυνατόν να πιστέψουμε ότι δεν θα απολυθούμε - βασιζόμενοι στις διαβεβαιώσεις του Υπουργού Παιδείας, ότι κανένας εκπαιδευτικός δεν θα μείνει άνεργος - όταν τα αντικείμενά μας εξοβελίζονται; Είναι ποτέ δυνατόν να ελπίζουμε σε μονιμοποίησή μας (αίτημα απόλυτα δικαιολογημένο μετά από τόσα χρόνια προσφοράς και αναμονής), όταν τα αντικείμενά μας εκπαραθυρώνονται; Η κοροϊδία πρέπει κάπου να σταματήσει.
Απαιτούμε την τάχιστη μονιμοποίηση όλων αυτών των συναδέλφων, που ενώ προσφέρουν για τόσα χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση, βλέπουν συναδέλφους άλλων κλάδων με πολύ λιγότερη προϋπηρεσία να μονιμοποιούνται, και αυτοί να μένουν στο ίδιο εργασιακό καθεστώς εδώ και μία δεκαετία.
Τέλος, απαιτούμε από την ΟΕΛΜΕΚ, που όλα αυτά τα χρόνια δεν έκανε τίποτα για την υποστήριξή μας, την άμεση και χωρίς προϋποθέσεις στήριξή μας, διαφορετικά θα αποδείξει γι' ακόμα μια φορά ότι υπάρχει μόνο για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων πολύ συγκεκριμένων κλάδων. Βάσει των εξελίξεων επιφυλασσόμεθα να αντιδράσουμε ανάλογα.
Υπογράφουν οι πρόεδροι και τα μέλη των Συνδέσμων και Επιτροπών: Γερμανικών, Ισπανικών, Ιταλικών, Ρωσικών, Τουρκικών




