(Ο Σταυραετός του Μαχαιρά)
Tα λόγια αποδήμησαν, δεν θα ’ρθουν χελιδόνια,
του Μάρτη τρεις οι μέρες του, ορφάνεψε ο μήνας,
στις Πλάτρες βουβαθήκανε γλυκόλαλ’ αηδόνια?
η Λευτεριά δεν άντεξε μπουντρούμια καραντίνας.
Καμίνι η βουνοπλαγιά, που αητός φωλιάζει,
η Μοίρα του μονάχη της, χωρίς κανέν' αντάμα,
μα 'πό ψηλά ο Διγενής Ακρίτας τής φωνάζει:
«Το χέρι σου στο μπράτσο μου. Δικιά μου γένε ντάμα!»
Χορεύουν, δίπλα Χάροντας, τριγύρω φλόγες καίνε,
το αίμα/λάδι άναψε της Κύπρου το καντήλι,
καιροί και χρόνοι πέρασαν, μα τ' όνομά σου λένε,
οι νιοι και νιες σου, Ζήδρο μου, με γιασεμί στα χείλη.
Αλέξανδρος σε θαύμασε, μαζί του Λεωνίδας,
στην Iστορία κραύγασες το σθένος της γενιάς σου,
ως τέκνον ήσουν άξιον μιας μάνας Ελληνίδας,
σημαία γαλανόλευκη στη θέση της καρδιάς σου.
Βιολί στον ώμο στήριξες, στο χέρι σου δοξάρι,
«Μολών Λαβέ» μελώδησες, υμνώντας Θερμοπύλες,
ο βίος σου εντάχθηκε σ' Αγίων συναξάρι,
Παράδεισος σού άνοιξε ολάνθιστές του πύλες.
Του Γρίβα χέρι 'σύ δεξί, τα πρόσωπά σου χίλια,
στην πλάση όλη έδειξες, Γραικέ, τη λεβεντιά σου,
σου πρέπουν δάφνες ποίησης, ναοί με περιστύλια,
σαν φόρος θα 'ν' ελάχιστος, ομπρός στην αρχοντιά σου.
Σαν Ζήδρος, Μάστρος, Αίαντας, σαν Ρήγας, Ζώτος, Άρης,
από τον Πενταδάκτυλο ως Τρόοδος κρυβόσουν,
ευθύνη είχες μέγιστη εσύ να κουμαντάρεις:
ενέδρες, μάχες, σαμποτάζ... τζιαι ύστερις χανόσουν.
Αντάρτικου υπαρχηγέ, καμάρι της ΕΟΚΑ,
ο Τάμεσης σε τρόμαξε, εθίχθη το Λονδίνο,
χοντρά σε επικήρυτταν, σου έστηναν και μπλόκα?
για μια στιγμή στο πλάι σου και τη ζωή μου δίνω.
Δικέφαλη η όψη σου, στην Πόλη η καρδιά σου,
Μαρμαρωμένος Βασιλιάς πορφύρα την τυλίγει,
Αγια-Σοφιά λογιέται να 'ν' η αγαπητικιά σου?
Βασιλική, ο Βόσπορος την προδοσία πνίγει.
Ανέμισες στους ουρανούς τα χέρια σου/φτερά σου,
αγκάλιασες το θάνατο, ωσάν καλό σου φίλο,
τα δάκρυα σου δεν έσταξαν στη γη τ' αχαϊκά σου,
αξίες, ήθη τίμησες? Σωκράτη, μα κι Αισχύλο.
Στην Ολυμπία κότινος ελιάς σε στεφανώνει,
τα Τείχη εγκρεμίστηκαν κι εμπήκες στα Ηλύσια,
αιώνια η Άνοιξις... ποτέ δεν μαραζώνει,
του κλέους σου εξίσωσις: Ιλιάδα συν Οδύσσεια.
Διαχέεται ροδόσταγμα από το σκήνωμά σου,
ο πόνος της μανούλας σου μες στην ψυχή της μένει,
του κύρη σου παράσημο στο στήθος τ' ονομά σου,
ο ήρωας μάς δίδαξες πώς ζει και πώς πεθαίνει!
Σταυραετέ του Μαχαιρά, Γρηγόρη Αυξεντίου,
η Λύση σου σε άνδρωσε, Πιερής σου κι Αντωνία.
- Γιατί, δεν εφυλάξαμε προζύμι ωαρίου,
αφού και πάλι είμαστε σκυφτοί μες στη γωνία;
Koυμέττος Κατσιολούδης
Γρηγόρης Αυξεντίου
SigmaLive





