Μετά την Ανεξαρτησία αντιμετωπίζαμε πρόβλημα χρηματισμού δημόσιων Λειτουργών, κατάλοιπο της αποικιοκρατικής διακυβέρνησης, ιδιαίτερα σε Τμήματα που αναλάμβαναν τα ίδια την εκτέλεση έργων

Είχα πάντοτε μια αντιπάθεια για τον αποκλεισμό της ελεύθερης βούλησης των ατόμων μιας κοινωνίας από τη διαμόρφωση της ζωής και του μέλλοντός τους, είτε λόγω του συστήματος διακυβέρνησης είτε λόγω της άκρατης επικράτησης των συμφερόντων των ολίγων: Ούτε κρατισμός ούτε απόλυτη ελευθερία της αγοράς ενδείκνυνται, αλλά ένα μικτό σύστημα που αξιοποιεί την εφευρετικότητα της ατομικής πρωτοβουλίας και προωθεί το γενικό καλό μέσω ενός ενδεικτικού προγραμματισμού και συστηματικού ελέγχου, ώστε τούτο να αποδίδει.

Το θέμα επανέρχεται σήμερα λόγω της δέσμευσης για αποκρατικοποίηση των Ημ. Οργανισμών και της παρατηρούμενης εκμετάλλευσης της ατομικής ελευθερίας προς ίδιο όφελος στο Δημόσιο. Αναφέρθηκα αλλού στο τι θα πρέπει να προσέξουμε, ώστε οι νέες διευθετήσεις στους Ημ. Οργανισμούς να εξυπηρετούν τους βασικούς σκοπούς που τέθηκαν με την αρχική δημιουργία τους.

Εδώ θα ασχοληθώ περισσότερο με τον έλεγχο για αποφυγή και ιδιαίτερα για την πρόληψη των πιθανών παρενεργειών της ανεξέλεγκτης φιλελευθεροποίησης και την προσπάθεια παρεμπόδισης των ολίγων να εκμεταλλεύονται το κράτος και την κοινωνία. Μετά την Ανεξαρτησία αντιμετωπίζαμε πρόβλημα χρηματισμού δημόσιων Λειτουργών, κατάλοιπο της αποικιοκρατικής διακυβέρνησης, ιδιαίτερα σε Τμήματα που αναλάμβαναν τα ίδια την εκτέλεση έργων.

Ως αντίδοτο προωθήσαμε τη μέθοδο της ανάθεσης διάφορων έργων στον ιδιωτικό τομέα, κατόπιν προσφορών. Η πρακτική αυτή μάλιστα έλαβε και τις ευλογίες της ΔΤ Αναπτύξεως με την περίληψη σχετικής πρόνοιας σε συμφωνία δανείου. Δυστυχώς, δεν μπορέσαμε να αποφύγουμε τις μίζες και τους χρηματισμούς των εμπλεκομένων, όπως μαρτυρούν οι σωρείες περιπτώσεων, που αποκαλύπτονται σήμερα, αν και το νέο σύστημα είχε και πολύ καλά αποτελέσματα για την ανάπτυξη της οικονομίας μετά την εισβολή.

Η Δημόσια Υπηρεσία, που μας άφησε η αποικιοκρατία, ήταν γενικά καλή. Δεν ήταν όμως αναπτυξιακή. Θεωρήθηκε ότι μια αποκέντρωση κάποιων Υπηρεσιών, όπως είχε γίνει με τον ηλεκτρισμό και τις τηλεπικοινωνίες, θα ήταν η απάντηση. Έτσι ιδρύθηκαν οι νεότεροι Ημ. Οργανισμοί. Κι ενώ σκοπός ήταν να ξεφύγουμε από τη γραφειοκρατία, στο τέλος μεταφέραμε τη γραφειοκρατία και τον δεκασμό στις δραστηριότητές τους. Το ίδιο συνέβη με τη δημιουργία πρόσθετων τοπικών Αρχών και Οργανισμών, που ανέλαβαν τη διαχείριση ορισμένων έργων, όπως τα αποχετευτικά.

Αν και μετά την ένταξή μας στην Ε.Ε. είχαμε την ευκαιρία να εισαγάγουμε τον ανταγωνισμό σε δραστηριότητές τους, και δημιουργήσαμε μάλιστα τους απαιτούμενους μηχανισμούς, δεν το επράξαμε. Πώς, λοιπόν, αναμένουμε να γίνει τώρα; Με την εισαγωγή ιδιωτικών μονοπωλίων σε ζωτικούς τομείς σε μια μικρή αγορά; Με την κατάργηση της προσφυγής στον λαό για τοπικές υποθέσεις του;

Και στις δύο περιπτώσεις θα πρέπει να προσέξουμε τη σχέση των νέων διευθετήσεων με το Κράτος: Το Κράτος θα πρέπει να διατηρήσει την εποπτεία και τον έλεγχο σε καίριους τομείς που έχουν σημασία για την ασφάλεια, την ανάπτυξη, την ευημερία του λαού. Οι επιχειρούμενες τώρα αλλαγές, που πάντοτε είναι θεμιτές, θα πρέπει να στηριχθούν σε μια ανάλυση που απορρέει από τη μέχρι τώρα εμπειρία μας: τι δεν πήγε καλά και πώς με τα νέα σχήματα θα έχουμε τα ποθούμενα αποτελέσματα στο μέλλον.

Συνοπτικά ο έλεγχος στο Δημόσιο γίνεται σε τρία επίπεδα. Για κάθε κονδύλι στον Προϋπολογισμό υπάρχει υπεύθυνος Λειτουργός, που ελέγχει κατά πόσο τα εκδαπανούμενα ποσά γίνονται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου του Προϋπολογισμού.

Σε δεύτερο επίπεδο ο έλεγχος διενεργείται από τους απεσπασμένους σε κάθε Υπουργείο ή Τμήμα Λογιστικούς Λειτουργούς του Γενικού Λογιστηρίου και συγκεντρωτικά από το Γενικό Λογιστήριο. Τέλος, τον γενικό απολογιστικό έλεγχο της λειτουργίας του Κράτους και γενικότερα του δημόσιου τομέα από πλευράς προϋπολογισμών, αλλά και κανόνων χρηστής διοίκησης, διενεργεί η Γενική Ελεγκτική Υπηρεσία. Ενώ στα πρώτα δύο στάδια του ελέγχου μπορεί να προληφθούν οι κακοδιαχειρίσεις, στο στάδιο αυτό το κακό έχει συντελεστεί κι οι ένοχοι θα τιμωρηθούν εκ των υστέρων.

Όπως φάνηκε από τις αποκαλύψεις πολλών σκανδάλων στο Δημόσιο δεν είναι αδύνατο, ιδιαίτερα σε έναν μικρό τόπο, να εξιχνιάζονται τέτοιες περιπτώσεις και να οδηγούνται στη Δικαιοσύνη. Όλα εξαρτώνται από τη διάθεση και την ικανότητα των λειτουργών της Ελεγκτικής Υπηρεσίας και των εκάστοτε προϊσταμένων της. Όμως, θα ήταν πιο πρόσφορο να προλαμβάνεται το κακό. Γι’ αυτό και θα πρέπει να ψάξουμε να βρούμε τρόπους να ενισχύσουμε τα πρώτα δυο στάδια της «ελεγκτικής» διαδικασίας.

Διάφορα πράγματα που μπορούν να γίνουν είναι: Ενίσχυση της εποπτικής/ελεγκτικής διαδικασίας με Επιτροπές, Τμηματικές, Διατμηματικές, ιδιαίτερα όπου εμπλέκονται περισσότερα από ένα Υπουργεία, επαναφορά της μονοθυριδικής μεθόδου λήψεως τελικών αποφάσεων όπου εμπλέκονται πολλά Τμήματα, που ταυτόχρονα θα πατάξει τη γραφειοκρατία. Εισαγωγή περισσότερης διαφάνειας μέσω μηχανογράφησης των εργασιών όλων των Τμημάτων.

Εκεί που δεν υπάρχει σύγκρουση με άλλους Νόμους, τα αρμόδια Τμήματα θα πρέπει να αναρτούν στις ιστοσελίδες τους όλες τις πληροφορίες των διεργασιών τους, ώστε οι πολίτες να μπορούν να κάνουν τις παρατηρήσεις τους (τελευταία παραδείγματα οι εκτιμήσεις ακίνητης περιουσίας του Κτηματολογίου και οι τ/κυπριακές περιουσίες). Επιπλέον η περαιτέρω μηχανογράφηση θα βοηθήσει τα μέγιστα και την αύξηση της παραγωγικότητας στο Δημόσιο.

Τελειώνοντας, εισηγούμαι όπως το όλο θέμα πάταξης των ατασθαλιών στο Δημόσιο αναλάβουν από κοινού ο Γενικός Ελεγκτής κι η Γενική Λογίστρια της Δημοκρατίας, που μαζί με Υπουργεία/Τμήματα και άλλους Δημόσιους Οργανισμούς να προβούν στην εκπόνηση συγκεκριμένου προγράμματος δράσεως. Με τον τρόπο αυτό θα γίνει και το δικό τους ελεγκτικό/λογιστικό έργο πιο εύκολο και πιο αποτελεσματικό.

ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com.cy