Η γενιά μας μεγάλωσε με τα πρότυπα των ανθρώπων, που πάλεψαν να διατηρήσουν τη δημοκρατία στην Ελλάδα και να τη θεσμοθετήσουν μέσα από τις εκλογικές διαδικασίες. Ακολούθως ενταχθήκαμε σε μια ενωμένη Ευρώπη, που θεσπίζεται από συνθήκες, όπως η κατ' εξοχήν δημοκρατική συνθήκη της Λισαβόνας, πιστεύοντας ότι αυτή η Δημοκρατία θα άνθιζε και θα κυριαρχούσε σε μια μεγαλύτερη επικράτεια τόσο πολιτικά, πολιτισμικά αλλά και οικονομικά.
Όταν όμως η δημοκρατία εντός του κράτους δεν υφίσταται, θα έπρεπε η δημοκρατία της Ευρώπης να την επιβάλλει, εφόσον βρίσκεται άρχουσα στο σύνταγμα των κρατών-μελών και συμβάλλει στο ενιαίο του κοινωνικού συνόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δικαιωμάτων του. Όταν και η «οικονομική» δημοκρατία δεν υφίσταται, θα έπρεπε η «οικονομική» δημοκρατία της Ευρώπης να την επιβάλλει, μέσα από τις υφιστάμενες συνθήκες και μέσα από ολότελα καινούργιες, ώστε να διορθωθούν τα λάθη και να αποφευχθούν άλλα μεγαλύτερα προβλήματα. Αναφερόμενοι στη δημοκρατία και την επιβολή της, για ποιον μιλάμε; Η δημοκρατία δεν έχει πρόσωπο.
Έχει πρόσωπα, έχει εκλελεγμένες κυβερνήσεις από τον κυρίαρχο λαό της κάθε χώρας-μέλους, έχοντας εθνικές, πολιτικές και τεράστιες οικονομικές σκοπιμότητες. Για ποια Ευρώπη της δημοκρατίας μιλούμε, όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν απαρτίζεται ισάριθμα από τα ισότιμα κράτη-μέλη, αντί με βάση τα πληθυσμιακά κριτήρια; Για ποια Ευρώπη της δημοκρατίας μιλούμε, όταν τα θεσμικά όργανα που παίρνουν τις αποφάσεις, όπως η ΕΚΤ ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν εκλέγονται από τους Ευρωπαίους πολίτες; Για ποια Ευρώπη της δημοκρατίας μιλούμε, όταν ολόκληρος ο ευρωπαϊκός Νότος υποφέρει από τις πολιτικές λιτότητας, που επιβάλλει ένα μόνο κράτος-μέλος, καθαρά για τα εθνικά και οικονομικά του συμφέροντα;
Δυστυχώς, η δημοκρατία τους έχει απομακρυνθεί από τους Ευρωπαίους πολίτες και εκπροσωπεί μόνο τα επιχειρηματικά και τραπεζικά συμφέροντα, αδιαφορώντας για το ευρωπαϊκό κοινωνικό καλό. Πρόσφατα, ο κ. Φιλίπ Λεγκρέν, σύμβουλος του πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε άρθρο του, διερωτάτο αν είναι συμβατό το ευρώ με τη Δημοκρατία, διαπιστώνοντας ότι η Γερμανία δείχνει να το θεωρεί μη συμβατό. Άραγε, η εγκατάλειψη της νομισματικής μας πολιτικής, για χάρη του ενιαίου του ευρωσυστήματος, να μην ήταν ορθή απόφαση τελικώς;
Γνωρίζαμε πολύ καλά ότι το δημοκρατικό δικαίωμα της άσκησης νομισματικής πολιτικής θα μας αφαιρείτο, έναντι των πλεονεκτημάτων της ένταξης στην, όχι και τόσο σταθερή τότε, Οικονομική Νομισματική Ένωση, όντας νέα, πρωτοποριακή και πολλά υποσχόμενη, εν αντιθέσει με τη σύντομη ιστορία της και την τεχνοκρατική απειρία στη διαχείριση των όποιων οικονομικών φαινομένων, θετικών ή αρνητικών.
Με την πρόσφατη αλλαγή πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα, και την έντονη τάση αλλαγής στην Ισπανία, φαίνεται ότι τα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνταράσσονται. Ο κ. Σόιμπλε είπε ότι οι εκλογές δεν αλλάζουν τίποτα, παραθέτοντας ως σημαντικότατο ζήτημα ότι οι υφιστάμενοι κανόνες είναι κανόνες που ΠΡΕΠΕΙ να υλοποιηθούν και τίποτα δεν θα αλλάξει στα καθορισμένα μνημονιακά πλαίσια. Είναι όμως αυτά τα πλαίσια δημοκρατικά και ποιος τα καθόρισε; Μα φυσικά η Γερμανία.
Με τέσσερεις χώρες σε μνημονιακές δεσμεύσεις (Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Κύπρος), διαφορετικές σε χαρακτηριστικά χώρες που ακολουθούν την ίδια προδιαγεγραμμένη μνημονιακή πορεία, που όπως υποστηρίζει η Γερμανία θα οδηγήσει σε ανάπτυξη. Τέσσερεις διαφορετικές σε μέγεθος οικονομίες, που παρουσίαζαν και παρουσιάζουν υπερ-διογκωμένα τραπεζικά ιδρύματα, που πρέπει στον βωμό της ανάπτυξης να εκποιήσουν ιδιωτική ακίνητη περιουσία, να τροφοδοτήσουν απεριόριστα το τραπεζικό σύστημα μέσω της αποπληρωμής επενδυτικών προϊόντων και ομολόγων, να μειώσουν το βιοτικό επίπεδο της κάθε χώρας, διαλύοντας το σύστημα παιδείας και υγείας, και να ξεπουλήσουν όση κρατική περιουσία έχουν σε ιδιώτες.
Όταν, όμως, αποποιείσαι κάθε κυριαρχικού δικαιώματος, τόσο πολιτικού όσο και οικονομικού, για τα ξένα συμφέροντα, καθόλου για δημοκρατία δεν μοιάζει. Φαίνεται, πολύ δεν μας κοστίζει η δική τους ανάπτυξη; Πριν από λίγες μέρες ακούγαμε τον κ. Ντράγκι να διαπραγματεύεται και να εκβιάζει ουσιαστικά την κυπριακή κοινωνία, για τα 500 εκατομμύρια ποσοτικής χαλάρωσης σε αντάλλαγμα με το νομοσχέδιο των εκποιήσεων, και δεν σηκώθηκε ένας να του πει, ένας, ότι ούτε για 500 εκατομμύρια αλλά ούτε για 500 δισεκατομμύρια δεν πουλούμε τον τόπο μας και δεν εξαγοράζουμε τις συνέπειες που θα επέλθουν, από το καταραμένο αυτό νομοσχέδιο των εκποιήσεων. Δεν σας πουλούμε τα σπίτια μας, ούτε το μέλλον μας για κανένα ποσοστό της δικής σας μνημονιακής ανάπτυξης.
Δύο χρόνια τώρα, ακούμε για επανεκκίνηση της οικονομίας και τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης που θα επέλθουν από τη στήριξη των τραπεζών, από τις εκποιήσεις ενυπόθηκων δανείων και από τις αποκρατικοποιήσεις. Η δική τους ανάπτυξη, όμως, δεν κοιτά τον άνθρωπο, η οικονομία άλλωστε στηρίζεται στον άνθρωπο, και όχι στις τράπεζες ή οποιονδήποτε χρηματοπιστωτικό οργανισμό. Ας μιλήσουμε όμως με τεκμήρια. Για να σώσουμε τη χώρα από τη χρεοκοπία κουρέψαμε τις καταθέσεις στις δύο μεγάλες τράπεζες του τόπου για 5,5 δις, εγγυηθήκαμε 3 δις τραπεζικά ομόλογα της Τράπεζας Κύπρου, καταστρέψαμε το τραπεζικό μας μοντέλο και την εμπιστοσύνη των ξένων εταιρειών, που ήταν ο πνεύμονας της οικονομίας μας.
Παρ' όλ' αυτά, οι τράπεζές μας δεν πέρασαν τα τεστ αντοχής, τα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια από το 30% έφτασαν στο 55% και αυξάνονται, οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά 26 δις και μειώνονται, η ανεργία εξακολουθεί να είναι στα ύψη και το δημόσιο χρέος διατηρείται στο 125% περίπου του ΑΕΠ ή σε πραγματικούς όρους γύρω στα 19 δις, αφού το αναχρηματοδοτούν οι τακτικές μας έξοδοι στις αγορές. Ακούστε, λοιπόν, η δική μας ανάπτυξη, η ανθρώπινη και βιώσιμη ανάπτυξη, υποδηλώνει την ανάγκη υποδομών για εργοδότηση και παραγωγή, ώστε τα χρήματα από τον δανεισμό να αποδίδουν άμεσα, υποδηλώνει την ύπαρξη ρευστότητας στην αγορά και στήριξη της επιχειρηματικότητας που πλήγηκε εξ υπαιτιότητος των τραπεζών, υποδηλώνει τη σωστή κρατική διαχείριση των πόρων και όχι την ιδιωτική μονοπωλιακή διαχείριση, υποδηλώνει τις μεταρρυθμίσεις στην παιδεία και την εκπαίδευση, και την επικέντρωση στο μελλοντικό εργατικό δυναμικό, που θα υποστηρίξει τη χώρα σε καινοτόμους τομείς απασχόλησης, έρευνας και ανάπτυξης.
Η δική τους ανάπτυξη, η δική τους Δημοκρατία, η δική τους Ένωση τίποτα κοινό δεν έχει με τη δική μας ανάπτυξη και Δημοκρατία, με τη δική μας Ένωση, που στηριζόταν στην αλληλεγγύη και στα ανθρώπινα δικαιώματα, που στηριζόταν στον άνθρωπο και στην ευρωπαϊκή κοινωνία, για να επιφέρει τη μελλοντική ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η δική μας ανάπτυξη είναι η ίδια ανάπτυξη που θέλει να έχει κάθε άλλη χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχοντας ίσα δικαιώματα και ίση μεταχείριση. Προσβλέποντας σε ευρωπαϊκή κοινή πορεία και όχι διατηρώντας ευρωσκεπτικισμό και εθνικιστικά ξεσπάσματα, θα πρέπει να αλλάξουν ρότα. Θα πρέπει ο ηγεμονισμός να πάψει να καταστρέφει το Ευρωπαϊκό Όραμα, που έκτιζαν με γνώμονα την ειρηνική και δημοκρατική συμβίωση της Ευρώπης τόσα χρόνια οι λαοί, αφήνοντας πίσω τις ιστορικές πληγές και τις μαύρες εποχές της Ευρωπαϊκής Ηπείρου.
ΑΝΝΑ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
Οικονομολόγος





