Στη βάση της προσπάθειας καθορισμού ενός κοινά αποδεκτού εννοιολογικού πλαισίου του όρου «ρατσισμός» και παρά την κοινή παραδοχή δυσκολίας στη διατύπωση ενός απόλυτα οριοθετημένου και ακριβούς ορισμού της έννοιας, μπορεί να ειπωθεί -σύμφωνα με τον ακαδημαϊκό Κώστα Παπαχρήστου- ότι ρατσισμός είναι κάθε ιδεολογία ή πρακτική που στοχεύει στον επιλεκτικό διαχωρισμό σε βάρος μιας ομάδας ανθρώπων ή μελών μιας κοινωνίας, με βάση ένα σύνολο κοινών χαρακτηριστικών που τα μέλη της ομάδας φέρουν ακούσια.

Ο διαχωρισμός αυτός θέτει την ομάδα σε μειονεκτική θέση σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία, αν και τα διακριτικά χαρακτηριστικά της δεν είναι αποτέλεσμα της εκούσιας επιλογής των μελών της και δεν αποτελούν ανασταλτικούς υπαρξιακούς παράγοντες για την κοινωνία. Αυτό υποδεικνύει, για τον καθηγητή του Α.Π.Θ. Αντώνη Κωτίδη, τον χαμηλό βαθμό ανεκτικότητας του διαφορετικού και το έλλειμμα της πολιτικής ορθότητας στην παιδεία και κατ’ επέκταση στην ιδεολογία.

Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι ο φόβος του ξένου και οι ρατσιστικές συμπεριφορές που τον παρακολουθούν είναι βαθιά ριζωμένες στο νοητικό υπόβαθρο. Επομένως, η πιο επικίνδυνη έκφραση του σύγχρονου ρατσισμού, την οποία οι ευρωπαϊκές κοινωνίες προσπαθούν εναγωνίως να αντιμετωπίσουν, είναι αυτή που συνδέεται με την ξενοφοβία. Το μεταναστευτικό ρεύμα από τις χώρες που επικρατεί φτώχια, κοινωνική και πολιτική καταπίεση, αναπαράγει το πρόβλημα του ρατσισμού.

Σε περιβάλλον όξυνσης της κοινωνικής ανασφάλειας, το άλλοθι για την ύπαρξη των προβλημάτων είναι οι αλλοδαποί και θύματα του κοινωνικού ρατσισμού γίνονται και οι ευάλωτες ομάδες του γηγενούς πληθυσμού, όπως είναι οι ηλικιωμένοι, οι ανάπηροι κ.ά. Καθώς η επικρατούσα οικονομική κρίση τείνει να εξελιχθεί σε κρίση δικαιωμάτων, υποθάλποντας τη διάσπαση της κοινωνικής συνοχής, το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης μονοπωλούν συζητήσεις για πολιτικές αποκοπής ή μείωσης επιδομάτων σε ομάδες, όπως μονογονεϊκές οικογένειες, άτομα με αναπηρία ή και αιτητές πολιτικού ασύλου, καθώς και για πολιτικές περιορισμού πρόσβασης σε εργασία, ατόμων με συγκεκριμένη εθνική καταγωγή.

Η αύξηση της ανεργίας συνέβαλε στην υποχώρηση των επιχειρημάτων περί θετικής συμβολής των μεταναστών στην οικονομία του τόπου και στην επιδείνωση της υφιστάμενης δυσμενούς θέσης τους, καθώς δεν καθίστανται μόνο συγκαταβατικά ανεκτοί, αλλά και αποκλειστικά υπεύθυνοι για την ανεργία και τους χαμηλούς μισθούς. Η σύγχρονη αντίληψη του ρατσισμού ως διάκρισης στη βάση πολιτιστικών παρά φυλετικών δεδομένων ευνοεί το κλίμα της έντονης πολιτικής και ιδεολογικής συζήτησης. Καθορίζεται, επομένως, ως ρατσιστική η απροθυμία μιας κοινωνίας να αποδεχθεί μετανάστες άλλων χωρών με διαφορετικά πολιτιστικά στοιχεία και ιδιότητες, που δεν μπορούν να θεωρηθούν εκούσια επιλεγμένες.

Η προσαρμοστικότητα των μεταναστών στις συμβατικές απαιτήσεις και το αίσθημα δικαιοσύνης της κοινωνίας στην αξιολόγηση αυτής της προσπάθειας αποτελούν σημαντικούς παράγοντες, που θα καθορίσουν αν η αρνητική στάση μιας κοινωνίας απέναντι στη μετανάστευση αποτελεί η όχι ρατσιστική συμπεριφορά. Η άνθηση του φαινομένου του ρατσισμού και της ξενοφοβίας είχε αρχίσει να διαφαίνεται έντονα από την πρώτη στιγμή λειτουργίας της Αρχής κατά των Διακρίσεων.

Το 20% των αλλοδαπών/κοινοτικών και το 10% των μαθητών μεταναστευτικής προέλευσης συνθέτουν μια πρωτόγνωρη δημογραφική και κοινωνική αλλαγή, που καθορίζει την ιδιότυπη φυσιογνωμία της κυπριακής κοινωνίας. Στη βάση της ετήσιας έκθεσης της Αρχής κατά των Διακρίσεων κατά το 2012, η πλειονότητα των καταγγελιών αφορούσαν διακρίσεις στη βάση της εθνικής καταγωγής ενός προσώπου ή ομάδας προσώπων (85%) ή άλλες διακρίσεις, όπως εθνοτική καταγωγή, οικογενειακή κατάσταση, αναπηρία, ηλικία, γλώσσα ή φύλο. Θεματικά οι καταγγελίες αφορούσαν κυρίως διακρίσεις σε σχέση με μεταναστευτικά θέματα (59%).

Συνεπώς, το κύριο μέτωπο του αγώνα για την καταπολέμηση του ρατσισμού συνθέτουν η προστασία των δικαιωμάτων των μεταναστών και των προσφύγων, η ανάπτυξη πολιτικών κοινωνικής ένταξης και η προάσπιση της αναγκαιότητας εφαρμογής νέων μορφών ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής. Προς αυτήν την κατεύθυνση αντιμετώπισης του φυλετικού και κοινωνικού ρατσισμού, οι Οδηγίες 43, 78 και 2000 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προνοούν την εφαρμογή αρχών ίσης μεταχείρισης ατόμων, ανεξάρτητα από φυλή ή εθνική καταγωγή, στην απασχόληση και στην εργασία.

Η προστασία των ατόμων, όμως, δεν διασφαλίζεται μόνο με την κατοχή των δικαιωμάτων, αλλά και με τη δυνατότητα να εκφράζουν και να διεκδικούν αυτά τα δικαιώματα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο χαρακτήρας του κοινωνικού κεφαλαίου του κοινοτικού κεκτημένου γίνεται περισσότερο διακηρυκτικός και λιγότερο υποχρεωτικός.

Η νομοθετική και θεσμική δράση που αναλήφθηκε στην Κύπρο, σε θέματα μετανάστευσης και ένταξης, χαρακτηρίζεται από αποσπασματικότητα και περιοριστική στάση έναντι της μετανάστευσης, στη βάση της εσφαλμένης πεποίθησης ότι η παρουσία των μεταναστών στη χώρα είναι πρόσκαιρη.

Δεν υφίσταται ένα ενιαίο και συνεκτικό νομοθέτημα, παρά μόνο ένα πλαίσιο με ασαφείς κανονιστικές διατάξεις και συχνά αντιφατικές οδηγίες και πρακτικές. Και όλα αυτά όταν το σημαντικότερο διακύβευμα της μεταναστευτικής πολιτικής είναι η καταπολέμηση του ρατσισμού και των διακρίσεων, και η συγκρότηση μιας νέας πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Ο καθηγητής του Α.Π.Θ. Θεόδωρος Παπαγγελής επισημαίνει ότι βρισκόμαστε πολύ πιο πέρα από τη φιλοδοξία της αμοιβαίας ανεκτικότητας και του πολιτισμένου modus vivendi.

Επειδή η σύγχρονη πολυπολιτισμικότητα δεν αναγνωρίζει ηγεμονικό ρόλο σε καμίαν από τις συνιστώσες κουλτούρες και επειδή το νέο συμβόλαιο που προτείνει στοχεύει στην οικοδόμηση μιας πολιτικής, δημοκρατικής κοινότητας, στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης ισοπολιτείας, ακριβώς γι' αυτούς τους λόγους διακυβεύει την παραδοσιακή αίσθηση ταυτότητας και αποτελεί άλλη μια νεωτερική επινόηση, πιθανότατα ως υπεραντιστάθμισμα στον σκληρό ρατσισμό. Και επειδή διακυβεύει το παραδοσιακό αίσθημα συλλογικής ταυτότητας, προκαλεί τόσο προβληματισμό και συζήτηση. Το ζήτημα είναι σύνθετο, καθώς οι άνωθεν πολιτικές ρυθμίσεις βρίσκονται συχνά σε δυσαρμονία με τα ένστικτα της λαϊκής βάσης, ιδιαίτερα σε εποχές οικονομικής κρίσης.