Το κλασικό ερώτημα «τι κάνουμε» τίθεται έντονα και βασανιστικά ενώπιον των ευρωπαϊκών κρατών και των ευρωπαϊκών λαών, καθώς οι χώρες του νότου της Ε.Ε. βυθίζονται στη μαζική φτώχια, την καλπάζουσα ανεργία, την ανέχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Είναι καθολική διαπίστωση ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση σοβεί μια βαθιά και παρατεταμένη κρίση. Οι λαοί και οι πολίτες διατυπώνουν ερωτήματα και εκφράζουν ανησυχίες για το παρόν και το μέλλον. Οι λαοί και οι πολίτες ζητούν πειστικές απαντήσεις στα ερωτήματα και τις ανησυχίες τους.

Για την ανεργία, για τους χαμηλούς ή αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, για την οικονομική στασιμότητα, για την ανεξέλεγκτη μετανάστευση αλλά και για την απουσία μιας αποτελεσματικής Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής, Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας. Κοινό συμπέρασμα ήταν ότι η Ευρώπη «δεν τα πάει καλά». Ότι χρειάζονται αλλαγές. Δεν είναι δυνατόν η Ε.Ε., που αποτελεί σήμερα τη μεγαλύτερη αγορά του κόσμου, που πραγματοποιεί περισσότερες εξαγωγές από τις ΗΠΑ, να παραμένει ανήμπορη να επιλύσει τα προβλήματα και να ξεφύγει από το σημερινό τέλμα.

Είναι γεγονός ότι η παγκοσμιοποίηση των οικονομιών απελευθέρωσε τις δυνάμεις της αγοράς και δημιούργησε πρωτόγνωρες δυναμικές και ευκαιρίες για ανάπτυξη. Αυτή όμως η νέα οικονομική κατάσταση δημιουργεί ισχυρές πιέσεις στα λιγότερο προηγμένα κράτη και περιθωριοποιεί ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, που αδυνατούν να προσαρμοστούν στους ρυθμούς της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και να εναρμονιστούν με τις απαιτήσεις της. Ενώ η φρενιτιώδης ανάπτυξη της αποκαλούμενης νέας οικονομίας ως αποτέλεσμα της ταχύτατης εξέλιξης των νέων τεχνολογιών και του διαδικτύου προσφέρει ευκαιρίες, την ίδια στιγμή διανοίγει ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών και μεταξύ πλούσιων και φτωχών σε γνώση ανθρώπων.

Τελικό αποτέλεσμα είναι οι ισχυροί να ισχυροποιούν ακόμα περισσότερη τη θέση τους χάρη στις νέες τεχνολογίες. Οι ανισότητες ανάμεσα στην ανεπτυγμένη Δύση και τον Τρίτο Κόσμο παίρνουν τραγικές διαστάσεις. Αυτές όμως οι ανισότητες αφορούν και τις χώρες αλλά και τους ανθρώπους μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρώπη των δύο ταχυτήτων, η Ευρώπη του Βορρά και του Νότου είναι πλέον μια αναντίλεκτη πραγματικότητα. Απέναντι στις προκλήσεις και τους κινδύνους αυτού του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού περιβάλλοντος πρωταρχικό καθήκον αποτελεί η συμφιλίωση της οικονομίας της αγοράς με την κοινωνία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η ανάπτυξη να μην αφήνει εκτεθειμένους τους ασθενέστερους στον παγερό αέρα ενός απάνθρωπου οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, αλλά να επιμερίζεται σε ευκαιρίες και κέρδη για όλες τις ομάδες της κοινωνίας. Ο πλούτος να διανέμεται σε πολλούς. Η παιδεία και η γνώση να αποτελούν κοινό και προσβάσιμο για όλους αγαθό.

Οι μηχανισμοί και οι δομές της οικονομίας να μη διαμορφώνουν μια κοινωνική εξέλιξη που οδηγεί στην ανεργία και την περιθωριοποίηση. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το κόστος της ανάπτυξης για το περιβάλλον, που είναι η κοινή παγκόσμια κληρονομιά. Και βέβαια η ποιότητα της ζωής, τα ανθρώπινα και τα κοινωνικά δικαιώματα όλων. Είναι προφανές ότι η σημερινή Ευρώπη δεν είναι η Ευρώπη που χρειαζόμαστε. Αυτό που χρειάζονται οι λαοί της Ευρώπης είναι μια Ευρώπη της αλληλεγγύης και όχι των οδυνηρών μέτρων, μια Ευρώπη όπου όλοι οι πολίτες, γυναίκες και άντρες, νέοι και ηλικιωμένοι, θα έχουν τη δυνατότητα να ευημερούν και όπου τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα, κοινωνικά, εργατικά, δημοκρατικά ή οικονομικά θα τυγχάνουν σεβασμού και προστασίας.

Μια Ευρώπη που να είναι βιώσιμη και δίκαιη, μια Ευρώπη που να κοιτάζει αισιόδοξα το μέλλον. Μια Ευρώπη που να είναι ενωμένη στην αντιμετώπιση της παρούσας οικονομικής κρίσης, που μπορεί να επιχειρήσει το βάθεμα της ενοποίησης. Η δημοκρατική νομιμοποίηση των αποφάσεων που λαμβάνονται από τα ευρωπαϊκά όργανα διακυβέρνησης είναι ένα πρώτο ζητούμενο για την αλλαγή κατεύθυνσης στην Ευρώπη. Αυτό προϋποθέτει ότι η φωνή των πολιτών θα ακούεται και θα αντανακλάται στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Σήμερα, πολλοί Ευρωπαίοι πολίτες απομακρύνονται από την Ε.Ε. καθώς διαπιστώνουν ότι είναι η αιτία των προβλημάτων τους παρά η λύση τους.

Αν δεν επανοικοδομηθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτικών θεσμών και των κοινωνιών, δεν είναι δυνατό να ξεπεραστεί η σημερινή κρίση εμπιστοσύνης στην Ευρώπη. Η Ευρώπη που χρειαζόμαστε, η Ευρώπη που οραματιζόμαστε, είναι η Ευρώπη του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της ισότητας. Μόνο μια τέτοια Ευρώπη θα μπορεί να πείσει ότι δεν είναι το πρόβλημα, όπως διατείνονται οι ευρωσκεπτικιστές, αλλά η λύση του προβλήματος.

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Λ. ΟΜΗΡΟΥ
Πρόεδρος Βουλής των Αντιπροσώπων