Οι αποφάσεις αυτές ευνούχισαν τον δυναμισμό της κυπριακής οικονομίας και τις προϋποθέσεις ν' αντεπεξέλθει στις προκλήσεις...
Τον Μάρτιο του 2013 ελήφθησαν οι γνωστές αποφάσεις του Eurogroup, οι οποίες οδήγησαν στην εμβάθυνση της κρίσης της κυπριακής οικονομίας. Αναμφίβολα υπήρχαν προβλήματα ενδογενούς και εξωγενούς φύσεως, για τα οποία έλαβεν χώραν η προσφυγή στην Ε.Ε. και στον Μηχανισμό Στήριξης. Υπήρχαν μεγάλες προσδοκίες από τον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη με τις δεσμεύσεις του καθώς και από τους εταίρους στην Ε.Ε.
Όμως εκείνο το οποίο έλαβεν χώραν ήταν η λήψη εξοντωτικών και τιμωρητικών αποφάσεων και η χρησιμοποίηση της Κύπρου ως πειραματόζωου. Οι αποφάσεις αυτές ευνούχισαν τον δυναμισμό της κυπριακής οικονομίας και τις προϋποθέσεις ν' αντεπεξέλθει στις προκλήσεις. Ο κυπριακός λαός παραπλανήθηκε και προδόθηκε από την πολιτική του ηγεσία αλλά και από την ίδια την Ε.Ε. Αφενός η κυπριακή πολιτική ηγεσία δεν ήρθη στο ύψος των περιστάσεων και αφετέρου οι εταίροι δεν επέδειξαν αλληλεγγύη. Αντίθετα, η στάση τους πρόδωσε όχι μόνο την Κύπρο αλλά και τα ιδανικά της Ε.Ε.
Το γεγονός ότι το κούρεμα καταθέσεων ήταν γνωστό σε σημαντικά στελέχη της Κυβέρνησης και του ευρύτερου πολιτικού συστήματος συνεπάγεται βαρύτατες ευθύνες, οι οποίες πρέπει να καταλογισθούν. Υπενθυμίζεται ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες, όταν αποκαλύφθηκε το 1974 ότι ο Πρόεδρος Νίξον γνώριζε για το σκάνδαλο Watergate, αυτό οδήγησε στην παραίτησή του για να αποφύγει ποινική δίωξή του. Ταυτόχρονα έλαβε χάρη από τον νέο Πρόεδρο Φορντ.
Πέραν του καταλογισμού των ευθυνών, είναι πολύ σημαντικό να δούμε πώς την ξεπερνούμε την κρίση. Προφανώς η πολιτική της σκληρής λιτότητας σε συνδυασμό με ένα τραπεζικό σύστημα, το οποίο είναι προβληματικό και αναξιόπιστο, οδηγούν την Κύπρο σε βαθύτερες περιπέτειες. Πρέπει, επίσης, να αναλογισθούμε ότι το Μνημόνιο αυτό δεν αποτελεί μόνο μια παράλογη οικονομική συνταγή, ταυτόχρονα επηρεάζει δραστικά και ουσιαστικά τα κοινωνικά δρώμενα της Κύπρου.
Δύο χρόνια μετά τις ολέθριες αποφάσεις του Eurogroup, η Κύπρος καλείται να αξιολογήσει τα δεδομένα και να κοιτάξει κατάματα την επόμενη μέρα. Παρά το γεγονός ότι υπάρχει εμμονή από το ευρωπαϊκό κατεστημένο στη φιλοσοφία της σκληρής λιτότητας, είναι θετικό ότι η αμφισβήτηση σε πανευρωπαϊκό αλλά και σε διεθνές επίπεδο αυξάνεται.
Σε αυτήν τη συγκυρία θα πρέπει η κυπριακή Κυβέρνηση να βρει τρόπους χαλάρωσης των προνοιών του Μνημονίου. Εφόσον συνεχίζονται οι υπερβολές της Τρόικας και της Κυβέρνησης, η Κύπρος οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια σε μαρασμό και σε επιπρόσθετες περιπέτειες. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, θα πρέπει να υπάρξει ουσιαστικός προβληματισμός για το πώς θα αποφευχθούν προσφυγή σε νέο μνημόνιο ή νέες καταστάσεις που θα είναι εξουθενωτικές για την κοινωνία και για την οικονομία όπως οι μαζικές εκποιήσεις.
Τα ζητήματα αυτά συνδέονται άμεσα με την αξιοπιστία και την ικανότητα του πολιτικού συστήματος να προτάξει εναλλακτική πρόταση αλλά και με το αξιακό σύστημα ολόκληρης της κοινωνίας και της δυνατότητάς της να τοποθετηθεί ανάλογα. Είναι σημαντικό να κατανοηθούν τα αίτια της κρίσης και για να δούμε πως αποφεύγονται τέτοιου είδους καταστάσεις στο μέλλον. Μεταξύ άλλων, επισημαίνεται ότι η επιπολαιότητα, η απρονοησία, η αναξιοκρατία, η μετριοκρατία και η παραγνώριση επιστημονικών προσεγγίσεων συνεπάγονται βαρύτατο κόστος.
Μια νέα προσπάθεια απαιτεί πραγματισμό, γνώση, ψυχικό σθένος και νέες προσεγγίσεις. Απαιτείται ταυτόχρονα και ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Η Κύπρος πρέπει να καταθέσει ολοκληρωμένη πρόταση στα πλαίσια ενός επικαιροποιημένου Μνημονίου. Ενώ το 2013 η σωστή πολιτική μπορούσε να βασισθεί στην προσωρινή αποχώρηση από την Ευρωζώνη και την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος, στη σημερινή συγκυρία οι προτάσεις εστιάζονται στην επαναδιαπραγμάτευση του ΕLΑ, που κακώς φορτώθηκε στην Τράπεζα Κύπρου, σε μια μορφή Marshall Plan, της δημοσιονομικής χαλάρωσης περιλαμβανομένων φορολογικών μειώσεων, στην απλοποίηση διαδικασιών για εξασφάλιση δανείων, στην ανασυγκρότηση της δημόσιας διοίκησης, στην ενθάρρυνση νέων μοχλών οικονομικής μεγέθυνσης και στην προώθηση ενός νέου υποδείγματος.
Ταυτόχρονα απαιτείται συνεχής μελέτη όλων των δεδομένων και εγρήγορση για τον αντίκτυπο των ευρύτερων εξελίξεων, περιλαμβανομένης μιας εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη ως αποτέλεσμα «ατυχήματος».
ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και
Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και
Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας





