Ένα άλλο θέμα, που παρέβλεψε η δική μας πλευρά κατά τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις, ήταν το θέμα της ελεύθερης διακίνησης κοινοτικών εργατών από και προς την Κύπρο

Συχνά ακούμε ότι η πιο σύντομη οδός για έξοδο από το Μνημόνιο είναι η εφαρμογή του. Σαν χώρα, όπως και σαν άτομα, είμαι απόλυτα σύμφωνος ότι θα πρέπει να τηρούμε τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνουμε. Αλλά στην περίπτωση αυτή, για τους λόγους που θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, τα πράγματα δεν είναι εντελώς έτσι.

Συμφωνήσαμε, εμείς να εργαστούμε με κάποιο τρόπο για να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες, διαρθρωτικές κι άλλες, που η οικονομία μας αντιμετώπιζε, κι εκείνοι να μας παραχωρήσουν δάνεια υπό κάποιους σχετικά ευνοϊκούς όρους, για να καλύψουμε τις χρηματοδοτικές μας ανάγκες. Οι όροι και οι υποχρεώσεις και των δύο πλευρών μπήκαν σ' ένα Μνημόνιο, η εφαρμογή του οποίου επιβλέπεται από την Τρόικα, που αντιπροσωπεύει τους τρεις Θεσμούς, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Γιατί θα πρέπει να δεχτούμε εξ υπαρχής ότι ήταν ένα πρόγραμμα πλήρες, που δεν επιδέχεται κάποιες συμφωνημένες αλλαγές στην πορεία; Στην περίπτωση της Ελλάδας ακούστηκαν πολλές επικρίσεις από εμπλεκόμενους για κακούς υπολογισμούς και εκτιμήσεις βασικών δεδομένων, που οδήγησαν σε λανθασμένες κατευθύνσεις κι αδιέξοδα. Μήπως στη δική μας περίπτωση θεωρείται φυσιολογική η τόση αύξηση της ανεργίας κι η διατήρησή της σε τόσο ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα για τόσα χρόνια;

Ή μήπως ήταν απαραίτητη η πρόκληση τόσης δυσπραγίας και συνθηκών αφόρητης λιτότητας; Ήταν μήπως απαραίτητο το μεγάλο πλήγμα που δόθηκε στο πιο ιερό και καίριο οικονομικό μέγεθος, τις αποταμιεύσεις του λαού, ιδιαίτερα λόγω του ανορθόδοξου τρόπου υποστήριξης του ανεύθυνου τραπεζικού συστήματος; Για όλους αυτούς τους λόγους γιατί να μην είναι φυσιολογικό το αίτημα για μια συνεχή επανεξέταση της κατάστασης ανάλογα με τις εξελίξεις και αναδιαμόρφωση κάποιων στοιχείων του Μνημονίου;

Με όλα τα πιο πάνω ερωτηματικά γύρω από το Μνημόνιο, τίποτε δεν μας εγγυάται ότι στο τέλος θα έχουμε τα ποθούμενα αποτελέσματα. Κάποιοι φαίνεται να θεωρούν ότι στόχος μας είναι, με το πέρας του Μνημονίου να είμαστε απλώς σε θέση να προσφεύγουμε στις διεθνείς χρηματοοικονομικές αγορές για τις ανάγκες μας κι όχι η επάνοδος στην ανάπτυξη, στην πλήρη απασχόληση και την προοπτική για το μέλλον. Μήπως θα το επιτυγχάναμε με λιγότερες θυσίες;

Θα εξετάσουμε στη συνέχεια κάποια θέματα σχετικά με το Μνημόνιο, που θα μπορούσαν να αλλάξουν, να προστεθούν ή να αφαιρεθούν, για να προωθήσουν καλύτερα τους επιδιωκόμενους στόχους. Από την αρχή επισημάναμε μια μεγάλη παράλειψη των σταθεροποιητικών οικονομολόγων συγγραφέων του Μνημονίου, την παντελή έλλειψη αναφοράς στην επαναδραστηριοποίηση της οικονομίας. Η φιλοσοφία αυτής της σχολής είναι: Ας βάλουμε πρώτα τα μακροοικονομικά μεγέθη στη θέση τους κι η ανάπτυξη θα 'ρθει από μόνη της! Δεν λέω, έχει κι αυτή τη βάση της.

Όμως η απόλυτη εφαρμογή της μου θυμίζει τη λαϊκή κυπριακή ρήση «κάτσε γάαρε ψόφα, μέχρι να 'ρθει το άσιερον το νιο»! Κι αν έρθει! Πολύ καθυστερημένα, έστω, η Τρόικα μίλησε για την ανάγκη ετοιμασίας ενός Στρατηγικού Σχεδίου Ανάπτυξης. Πότε θα ετοιμαστεί και πότε θα τεθεί σε εφαρμογή; Όταν θα λήξει το Μνημόνιο! Ενώ έπρεπε να είναι αναπόσπαστο μέρος του από την αρχή για να προωθεί, παράλληλα με τις διαρθρωτικές και συντηρητικές πρόνοιές του, την αναζωογόνηση της οικονομίας.

Επανειλημμένα τόνισα γιατί να μην προστεθεί στο δάνειο που παραχωρήθηκε ένα μικρό ποσό από τις ίδιες πηγές ή από άλλα προγράμματα των «θεσμών»για χρηματοδότηση αποκλειστικά έργων ανάπτυξης; Ακούμε κάθε μέρα για αναβολή της εκτέλεσης κάποιων μεγάλων έργων (δρόμοι Πάφου-Πόλης, Λεμεσού-Σαιττά) ή προώθησης άλλων με πολύ αργούς ρυθμούς (σχέδιο στατικής/οικολογικής αναβάθμισης κτιρίων) λόγω έλλειψης πιστώσεων στον Προϋπολογισμό.

Δεν θα μπορούσαμε να ζητήσουμε από τους επικεφαλής της Τρόικας να εισηγηθούν στους «θεσμούς» που εκπροσωπούν να βοηθήσουν και την επαναδραστηριοποίηση;

Μιας και βρισκόμαστε στα θέματα χρηματοδότησης, ήθελα να αναφέρω ακόμη μια σχετική περίπτωση, που θα μπορούσαμε να εγείρουμε. Από την αρχή της ένταξής μας στην Ε.Ε. θεωρούσα απαράδεκτο το γεγονός ότι η ημικατεχόμενη Κύπρος, με όλες τις πληγές της εισβολής ανοικτές, υποχρεώθηκε μέχρι σήμερα να συνεισφέρει περισσότερα στα οικονομικά της Ε.Ε. απ' ό,τι ωφελείται από τα προγράμματά της. Βέβαια τούτο είναι κάτι που κι η δική μας πλευρά έπρεπε να προσέξει κατά τις διαπραγματεύσεις της ένταξης.

Μπορεί τότε να μην είχαμε ανάγκη. Γιατί όμως να μην το εγείρουμε τώρα που έχουμε; Ένα άλλο θέμα που παρέβλεψε η δική μας πλευρά κατά τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις ήταν το θέμα της ελεύθερης διακίνησης κοινοτικών εργατών από και προς την Κύπρο. Μπορεί και πάλι να μη φαινόταν τότε σαν σοβαρός κίνδυνος. Η Κύπρος, όχι μόνο είχε τους χαμηλότερους δείκτες ανεργίας στην Ευρώπη, αλλά κατά καιρούς είχε ανάγκη από ξένους εργάτες. Όμως, μετά την οικονομική κρίση του 2008 τα πράγματα άλλαξαν άρδην.

Η Κύπρος δέχτηκε απότομα έναν τεράστιο αριθμό ξένων εργατών, ιδιαίτερα από τις νέες Χώρες-Μέλη της Ε.Ε., που, μαζί με την ύφεση, εκτόξευσαν την ανεργία σε πρωτόγνωρα ψηλά επίπεδα για την Κύπρο. Δεν ξέρω πόσο εφικτό είναι τώρα, αλλά θα πρέπει να εγείρουμε θέμα ελέγχου της απασχόλησης ξένων εργατών στη βάση της ρύθμισης που έκαμε η Μάλτα κατά την ένταξή της με το σκεπτικό ότι πρόκειται για μια πολύ μικρή αγορά εργασίας. Επιπλέον η κατάσταση αυτή παρεμποδίζει την επιδιωκόμενη τεχνολογική αναβάθμιση της χώρας.

ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com