Υλοποιώντας την ύψιστη προτεραιότητα που έθεσε στις πολιτικές κατευθυντήριες γραμμές του ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε πρόσφατα τη στρατηγική της για την επίτευξη μιας ανθεκτικής Ενεργειακής Ένωσης, με προληπτική πολιτική αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Στο επίκεντρο της Ενεργειακής Ένωσης βρίσκονται οι πολίτες, αφού οι τιμές της ενέργειας πρέπει να είναι προσιτές και ανταγωνιστικές. Η ενέργεια πρέπει να είναι ασφαλής και βιώσιμη, και να υπάρχει μεγαλύτερος ανταγωνισμός με μεγαλύτερη δυνατότητα επιλογής για κάθε καταναλωτή. Αυτές και άλλες δεσμεύσεις συνοδεύουν το σχέδιο δράσης για την επίτευξη των φιλόδοξων στόχων στους τομείς της ενέργειας και της πολιτικής για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Τα βασικά σημεία του σχεδιασμού για την ένωση των ενεργειακών συνόρων εντός της ΕΕ είναι (α) θέσπιση νέας νομοθεσίας για τον επανασχεδιασμό και την αναμόρφωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, (β) μεγαλύτερη διαφάνεια στις συμβάσεις φυσικού αερίου, (γ) ανάπτυξη ολοκληρωμένης περιφερειακής συνεργασίας με σκοπό την ενοποίηση της αγοράς υπό ισχυρότερο κανονιστικό πλαίσιο, (δ) θέσπιση νέου νομοθετικού πλαισίου για τη διασφάλιση της προμήθειας με ηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο, και (ε) αύξηση της χρηματοδότησης από την ΕΕ με στόχο τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης ή ένα νέο πακέτο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Η Ενεργειακή Ένωση στηρίζεται στα εξής μέτρα:
· μείωση της εξάρτησης από έναν και μόνον προμηθευτή, πλήρης συνεργασία με τις γειτονικές χώρες, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις διακοπής του ενεργειακού εφοδιασμού και μεγαλύτερη διαφάνεια στις συμφωνίες των χωρών της ΕΕ για αγορά ενέργειας ή φυσικού αερίου από χώρες εκτός ΕΕ,

· ελεύθερη ροή ενέργειας διαμέσου των συνόρων με αυστηρή εφαρμογή των ισχυόντων κανόνων σε τομείς όπως ο ενεργειακός διαχωρισμός και η ανεξαρτησία των ρυθμιστικών αρχών, επανασχεδιασμός της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε να είναι πιο διασυνδεδεμένη, πιο ανανεώσιμη και πιο ευέλικτη, και σοβαρή αναμόρφωση των κρατικών παρεμβάσεων στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, και σταδιακή κατάργηση των περιβαλλοντικά επιζήμιων επιδοτήσεων,

· ουσιαστική επανεξέταση της ενεργειακής απόδοσης και αντιμετώπισή της ως μιας πηγής ενέργειας ώστε να μπορεί να ανταγωνίζεται με θεμιτούς όρους τη δυναμικότητα παραγωγής,
· μετάβαση σε μια κοινωνία χαμηλών εκπομπών άνθρακα με την προώθηση του ηγετικού ρόλου της ΕΕ στον τομέα της τεχνολογίας, μέσα από την ανάπτυξη της τεχνολογίας ανανεώσιμων πηγών ενέργειας νέας γενιάς, και παράλληλη επέκταση των εξαγωγών και της παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών εταιρειών.

Επίσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία εξέφρασε την πρόθεσή της στο πλαίσιο της Ενεργειακής Ένωσης την επίτευξη διασύνδεσης του 10% τουλάχιστον των εγκατεστημένων υποδομών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2020. Αυτό σημαίνει ότι κάθε κράτος-μέλος πρέπει να διαθέτει ηλεκτρικά καλώδια που επιτρέπουν τη μεταφορά στα γειτονικά κράτη-μέλη του 10% τουλάχιστον της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής του. Αυτό είναι το ελάχιστο που απαιτείται για να είναι δυνατή η ροή και η εμπορία ενέργειας μεταξύ των κρατών-μελών.

Η ανακοίνωση δείχνει ποια κράτη-μέλη πληρούν σήμερα τον στόχο και ποια έργα είναι απαραίτητα για να γεφυρώσουν το χάσμα έως το 2020. Με βάση την ανακοίνωση, δώδεκα κράτη-μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, δεν πληρούν τον κατώτατο στόχο διασύνδεσης της ΕΕ. Οι υπόλοιπες χώρες είναι η Εσθονία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Λιθουανία, η Λετονία, η Μάλτα, η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η ΕΕ προσδιόρισε 137 έργα ηλεκτρικής ενέργειας, από τα οποία τα 35 αφορούν τη διασύνδεση των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας. Εάν υλοποιηθούν αυτά τα έργα, τα κράτη-μέλη θα μπορούσαν να μειωθούν από 12 σε 2. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι εάν υπήρχε ένα κατάλληλα διασυνδεδεμένο ευρωπαϊκό δίκτυο ενέργειας, οι καταναλωτές θα μπορούσαν να εξοικονομούν έως και 40 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο.

Η στρατηγική της ΕΕ για την Ενεργειακή Ένωση αφορά, πρωτίστως, τα κράτη-μέλη που σήμερα αδυνατούν να διαπραγματευτούν και αναγκάζονται να εισάγουν ενέργεια με δυσμενείς όρους στις συμβάσεις προμήθειας, ως αποτέλεσμα της γεωγραφικής τους θέσης όπως είναι η Κύπρος. Για τα κράτη-μέλη που προμηθεύονται ενέργεια με δυσμενέστερους όρους και μεγαλύτερες τιμές, η Ενεργειακή Ένωση αναμένεται να αποφέρει θετικά αποτελέσματα προσφέροντας τη δυνατότητα για μείωση του ενεργειακού κόστους. Επίσης, η ΕΕ θα μελετήσει τις δυνατότητες αποθήκευσης και το απαιτούμενο ρυθμιστικό πλαίσιο για την εξασφάλιση των απαιτούμενων ποσοτήτων αποθηκευμένου αερίου για τον χειμώνα. Η Ενεργειακή Ένωση έχει στόχο να προκρίνει τις αγορές ποσοτήτων υγροποιημένου φυσικού αερίου, έναντι των ποσοτήτων αερίου μέσω αγωγών, στις οποίες κυρίαρχος προμηθευτής είναι η Ρωσία.

Επίσης, γίνεται αναφορά σε στενότερη συνεργασία με τη Νορβηγία, του δεύτερου μεγαλύτερου προμηθευτή αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου της ΕΕ, καθιστά φανερό πως στόχος είναι να βρεθεί τρόπος υποκατάστασης της Ρωσίας. Επίσης, αναφορικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η Ενεργειακή Ένωση θα έχει οικονομικό και πολιτικό όφελος στην περίπτωση σύναψης συμφωνιών με τις γειτονικές της χώρες. Η επιτυχία αυτού του μεγάλης γεωοικονομικής σημασίας σχεδίου προϋποθέτει τη σύναψη διακρατικών συνεργασιών εκτός των συνόρων της.
*Πρόεδρος Συμβουλίου Ενεργειακής Στρατηγικής, Αναπληρωτής Καθηγητής Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου