Γράφω σήμερα για τον δάσκαλο και φίλο μου Κώστα Στεργιόπουλο, έναν ποιητή της λυρικότητος, που μας ταξίδευσε σε άλλα τοπία, ξεχασμένα από καιρό, με μια γραφή απαλή και διακριτική, κι όμως ενός άλλου βάθους. Μιας άλλης ποιότητος. Έτσι, με μια γραφή δωρική και στιβαρή, μας πάει στα άλλα, τα κρυμμένα βάθη και τα μυστικά της υπάρξεώς μας. Αντιγράφω σήμερα ένα ποίημά του, από τα παλαιά, το «Ένα φεγγάρι στη Ρίβα», που το διάβασε κάποτε, όταν τον φιλοξενήσαμε στις «Νύχτες Πανσελήνου».

Ποίημα του 1955, από τη συλλογή «Τα τοπία του φεγγαριού». Ποίημα μεταιχμιακό, με απόηχους από τον Σολωμό. Με τη δεσπόζουσα είσοδο της σελήνης. Αντί της Φεγγαροντυμένης, όμως, που διαπερνά τα τοπία του Σολωμού, αναδύεται μέσα από τα κύματα το ίδιο το φεγγάρι, με το άπλετο φως του, απειλητικό, για να εισέλθει στα γκρεμισμένα σπίτια του θανάτου. Είμαστε στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, σε έναν κόσμο φόβου και πανικού και θανάτου. Μέσα στα σπαράγματα και τα συντρίμμια της ιστορίας. Των ανθρωπίνων παθών.


«Βγήκες βρεγμένο από τα κύματα?
και ξύπνησες τ' ακίνητα νερά,?
και ξάφνιασες τα ασάλευτα νερά.?
Μη με κοιτάζεις έτσι. Σε φοβάμαι.

Βγήκες βρεγμένο τα μεσάνυχτα απ' το πέλαγος?
και λάμπουνε και τρέμουν τα νερά,?
-μια ίσια γραμμή που αστράφτει, τα νερά...

Αθόρυβα που λάμνεις κι ανεβαίνεις,?
κόκκινο ασήμι φλωροκαπνισμένο,?
άπλετο φως που απλώνεις κι ανεβαίνεις?
μες στη βαθιά ησυχία τ' ουρανού!?...
Και μπαίνεις απ' τα μαύρα παραθύρια?
στα γκρεμισμένα σπίτια του θανάτου,?
και ψάχνεις για να βρεις αραχνιασμένο?
τον ύπνο που κοιμήθηκε στα θάμνα,?
σκόνη του ονείρου, χάος τ' ουρανού.

Ο άνεμος που σωπαίνει έχει φορέσει,?
μυστηριακός, κι αυτός το φόρεμά σου,?
κι εκεί, στα δυο βουνά, μες στην κοιλάδα, ?
σταχτιά φαντάσματα έχουν βγει απ' την καταχνιά.?
Μην πέφτεις πια χλομό σ' αυτούς τους τοίχους,?
μη σπάζεις μ' αστραπές σ' αυτά τα τζάμια.?
Στάσου μονάχα κι άκου αυτόν τον ήχο?
στην ερημιά. Απ' το φως σου μια σταγόνα,?
σα μέταλλο, άκου: στάζει μια σταγόνα?
μες στ' ουρανού την άσπρη παγωνιά.

Τι με κοιτάζεις έτσι; Σε φοβάμαι.?
Αφού το ξέρεις: δε θα σου ξεφύγω.»

Στέκομαι σ’ αυτά τα τοπία του φεγγαριού, στο δίχτυ αυτό που μας παγιδεύει, στο μαγικό και το ονειρικό και συγχρόνως σκοτεινό και μυστικό, που στο τέλος καθίσταται άγριο έως εφιαλτικό. Πίσω από τη ρομαντική επιφάνεια προβάλλει η άλλη όψη των πραγμάτων. Το σκοτεινό βάθος της σελήνης, που είναι θεότητα συντριπτική και καταστροφική και παντοδύναμη εν τω κόσμω, αλλά και πέραν του κόσμου, στοιχείο κοσμογονικό, για να θυμηθούμε την αρχαία Εκάτη. Ή την Ελένη, ως στοιχείο και ως θεότητα σεληνιακή. Και πάλι το θηλυκό στοιχείο, όπως το ανέδειξε η μητριαρχική μνήμη κι οι χθόνιες θεότητες του προελληνικού, πελασγικού μύθου.

«Ο άνεμος που σωπαίνει έχει φορέσει,?
μυστηριακός, κι αυτός το φόρεμά σου,?
κι εκεί, στα δυο βουνά, μες στην κοιλάδα, ?
σταχτιά φαντάσματα έχουν βγει απ' την καταχνιά»?

Στοιχείο, λοιπόν, αρχέγονο και συγκλονιστικό η σελήνη, μας οδηγεί στα παράξενα και μυστηριακά τοπία της, σε έναν άλλον τόπο και έναν άλλον κόσμο. Γι’ αυτό, καθώς αναδύεται το φεγγάρι, υπό την άλλη, τη μαγική και μυστική και ιερή του ιδιότητα, παραπέμπει και οδηγεί στον αρχέγονο φόβο και τρόμο:

«Βγήκες βρεγμένο τα μεσάνυχτα απ' το πέλαγος?
και λάμπουνε και τρέμουν τα νερά»?

Αυτά υπήρξαν πάντοτε τα τοπία του φεγγαριού. Με αυτά τα σκοτεινά τοπία, τα μυστικά, συναντάται η ψυχή μας. Με την κρυμμένη στη λήθη του χρόνου αρχετυπική της μνήμη. Με το παράξενο φως της σελήνης, που μόλις μας αποκαλύπτει τα μυστικά, τα υπαρξιακά μας βάθη. Τον αρχέτυπό μας φόβο. Το δέος μπροστά στο ιερό. Τη δοκιμασία και τα πάθη της ιστορίας.

ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ