Κάθομαι και διαβάζω ξανά και ξανά ένα ποιητικό αριστούργημα του Νίκου Φωκά για τον Γρηγόρη Αυξεντίου, τον σταυραετό εκείνο του Μαχαιρά που τον τύλιξαν οι φλόγες των δειλών και των βαρβάρων του αιώνος. Τίτλος του ποιήματος «Ένας αϊτός».

Πρωτοδημοσιεύθηκε στην «Ακτή» το 1998 και περιλαμβάνεται στη συλλογή «Το μέτρο της κραυγής μας», του 2000. Πρόκειται για ένα ποίημα βιωματικό, αποτέλεσμα εκείνου του προσκυνήματος του ποιητή Νίκου Φωκά στον τόπο της θυσίας του ήρωος, τον Μαχαιρά, το καλοκαίρι του 1998, όταν κατέβηκε στην Κύπρο, στις «Ποιητικές Βραδυές» της «Ακτής».

Πάνε 16 τόσα χρόνια. Έτσι για την ιστορία. Σ’ εκείνο το προσκύνημα ο Σάββας Παύλου κι ο μικρός τότε Άρης. Κι η Αγγέλα. Με τον ποιητή να κάνει τον σταυρό του, καθώς γονατιστός εισήλθε στον τόπο του κρησφυγέτου του ήρωος. Του νεομάρτυρος του Χριστού Γρηγορίου Αυξεντίου.

Θα ’λεγα πως είναι ένα ποίημα εκπληκτικής ακαριαίας γραφής, που εξελίσσεται αδιόρατα και απαλά και φαινομενικώς αδιάφορα, με μια «ποιητική πανουργία», προκειμένου να οδηγηθεί ανατρεπτικά στην αποκάλυψη του μεγαλείου ενός άλλου αετού της ιστορίας, του Γρηγόρη Αυξεντίου.

Σκέφτομαι τη σημειολογία του αετού, πάω σε εκείνα τα δημώδη, σε εκείνο το «Ένας αϊτός καθότανε στον ήλιο και λιαζότανε», στέκομαι στο ποίημα «Στον Σταυραετό» του Κώστα Κρυστάλλη, που μαζί του μεγαλώσαμε άλλοτε, με εκείνο τον καημό του για την εξορία του στο άθλιο άστυ των Αθηνών, αλλά και την αποκάλυψη της μεγαλοπρέπειας του αετού και της δύναμης και της ελευθερίας του

―«Από μικρό κι απ' άφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου, / παίρνεις κορμί με τον καιρό και δύναμη κι αγέρα/ κι απλώνεις πήχες τα φτερά και πιθαμές τα νύχια / και μέσ' στα σύγνεφα πετάς, μέσ' στα βουνά ανεμίζεις/ φωλιάζεις μέσ' στα κράκουρα, συχνομιλάς με τάστρα, / με την βροντή ερωτεύεσαι, κι απιδρομάς και παίζεις / με τάγρια αστροπέλεκα και βασιλιά σε κράζουν / του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες.» ― και φτάνω, επιστρέφω, καλύτερα, στο σπουδαίο αυτό ποίημα του Νίκου Φωκά, που μας πιάνει ανυποψίαστους, για να μας αποκαλύψει στο τέλος το ασύλληπτο μέγεθος του Γρηγόρη Αυξεντίου.

Κι εδώ έγκειται η μεγαλοσύνη του ποιήματος του Φωκά και η σπουδαιότητα της γραφής του. Σ’ αυτήν ακριβώς την ποιητική ανατροπή.

«Μ’ αρέσει να σε βλέπω καθώς ζυγιάζεσαι στο φως,
Αναπάντεχη εμφάνιση που μας κάνει θέλοντας και μη
Ν’ ανασηκώνουμε τα βλέμματα στον ουρανό.
Θεόσταλτος οιωνός αιωρείσαι από πάνω μας
Ενώ αισθανόμαστε την άγριά σου επιφοίτηση κι ενώ,
Με όλο πιο καθαρές τις λεπτομέρειες των ποδιών
και του ράμφους σου,
Γίνεται προφανής η κυνηγετική σου διάθεση
Εμπνέοντας φρίκη, ω βασιλιά, στης άνοιξης τα μικροπούλια.

Κι άλλες πάλι φορές μ’ αρέσει να σε παρακολουθώ
Όταν γυμνάζεσαι και με κλειστές τις φτερούγες
Βουλιάζεις καθιστός στον αέρα, κατεβαίνοντας
Απότομα από επίπεδο σ’ επίπεδο χωρίς σταθμούς.
Άβουλο πτητικό μηχάνημα που ξάφνου ανακαλείται κάτω:
Κάθετη η πτώση δεν αφήνει ελπίδες για επανύψωση
Όταν, πριν απ’ την πρόσκρουση ακριβώς, αιφνίδια
αναστροφή
Κάνει την επανύψωση να μοιάζει αληθινά με θαύμα.

Μα πιο πολύ σου ομολογώ μ’ αρέσει να σε βλέπω
Μέρος ενός γλυπτού συμπλέγματος για την αιωνιότητα
Σε τέλεια υποστολή της φυσικής σου αλαζονείας,
Κοινό κοτόπουλο σχεδόν γύρω απ’ τα πόδια ενός
Γρηγόρη Αυξεντίου ―γίγαντα καθώς φαίνεται
Που ούτε στο γόνα του καλά καλά δεν φτάνεις―
Και κλαίγοντας ν’ ακούς από τα δέντρα που σε σκιάζουν
―εσένα έναν αϊτό ―
Της άνοιξης τα μικροπούλια να κελαηδούν αμέριμνα».

Ο Νίκος Φωκάς επιστρέφει στον τόπο της μεγαλοσύνης του Γρηγόρη Αυξεντίου ως προσκυνητής. Έτσι, ως ταπεινοί προσκυνητές θα πρέπει να πηγαίνουμε όλοι στον Μαχαιρά, όπως έκανε άλλοτε κι ο άλλος φίλος μου ποιητής Χρήστος Τουμανίδης, έτσι όλοι μας, με τέλεια υποστολή της όποιας φυσικής μας αλαζονείας, εμείς οι περιλειπόμενοι του μάταιου τούτου κόσμου, «γύρω απ’ τα πόδια ενός / Γρηγόρη Αυξεντίου ―γίγαντα καθώς φαίνεται/ Που ούτε στο γόνα του καλά καλά δεν φτάνουμε…»