Τρέξτε, προλάβετε, τζάμπα τρέλα, χαρίζουμε, δεν πουλάμε! Βελούδα, μουσελίνες, φτερά και πούπουλα, καπέλα, κορώνες, περούκες, σπαθιά, πανοπλίες, διαλέγεις, σου λέγει, να γίνεις μασκαράς! Ποιος; Εγώ; Γιατί; Λίγοι μάς πέφτουνε οι μασκαράδες που μας τίναξαν τη ζωή στον αέρα και μας έπνιξαν στα καραγκιοζιλίκια; Κι αυτό το φετινό πια, τι ήτανε; Τι πλούτος στη συλλογή! Μα κι εμείς! Τόση αφέλεια; (έτσι το λένε τώρα το βόλεμα στον καναπέ!) Λίγο ακόμα και θα το ’χαμε πιστέψει πως θα έπεφταν οι μάσκες (θα ξεμπροστιάζονταν οι κλέφτες), πως θα έφτανε το μαχαίρι στο κόκαλο (τι βάθος ανασκαφών πια!), πως θ’ άνοιγε το απόστημα (κουβάδες πια το πύον).

Σιγά τα αίματα! Βουτάς στα… (άντε να μην το πω!), τυλίγεις κάμποσα εκατομμυριάκια κι άμα σου βγάλουν τη μάσκα του αδιάφθορου κι ανέγγιχτου από τέτοιες… βρόμικες σκέψεις, παραδέχεσαι τις βρομιές σου, επιστρέφεις το κατιτίς σου ως ένδειξη μεταμέλειας, σκαρφίζεσαι επιστημονικά σενάρια κινδυνολογίας κι εξασφαλίζεις φιλοξενία σε τόπο χωρίς βεργούλες! Ε, λίγα χρονάκια είναι, θα περάσουν, νέος είσαι ακόμα, κάτι εκατομμυριάκια πάλι δικά σου θα ’ναι (κορόιδο ήσουνα να τα ’χεις όλα στο φανερό;) Αλήθεια, η μάσκα της υποκρισίας της εξουσίας πότε θα πέσει;

Κι αναρωτιέμαι τώρα, εγώ ο ολόχρονα κρυμμένος πίσω από τη μάσκα (θέλω δεν θέλω), του καλού υπαλλήλου, του σωστού επαγγελματία, μήπως, λέω μήπως, μπορώ να την πετάξω για λίγο; Γιατί το μέσα μου βράζει και δεν κάνει να τα πω αυτά που λέει! Ν’ ανοίξω, βρε αδελφέ, τη βαλβίδα ασφαλείας για λίγο αέρα; Τριώδιο.

Τελώνου και Φαρισσαίου! Τελώνου λαδωμένου, που σκεπάζει λαθρεμπόρια και κλεψιές. Φαρισσαίου υποκριτή, με μάσκα που αλλάζει κατά την περίσταση. Κι ύστερα Ασώτου! Ε, εδώ πια σηκώνεις ψηλά τα χέρια. Και μετά τα όργια της κρεατοφαγίας (από την τηλεόραση για πολλούς), μετά το ξέδομα (των παρουσιαστών μόνο φοβάμαι), μακριά Σαρακοστή και νηστεία. Σιγά το καινούριο. Οι εξασκημένοι στο τσίμα-τσίμα, όσο ν’ αντέχουν, όλο και πληθαίνουν.

Αποκριά για πολλούς, από εκνευριστική έως αδιάφορη. Καθαροδευτέρα πικρή, όχι από ξιδάτα και μούγκρα, μπα, απ’ αυτά που ετοιμάζονται για μας χωρίς εμάς. Και να χαζεύεις στο γυαλί τα χταποδάκια, τα καλαμαράκια, τις γαρίδες, τα μύδια. Δεν βαριέσαι, κι η ελιά, η βραστή πατάτα, το κουλούρι, τα χόρτα κι ο χαλβάς μια χαρά μάς κάνουν, εδώ που φτάσαμε. Εκδρομές στη φύση με τη βενζίνη σ’ αυτά τα ύψη; Μ’ αυτό το ψοφόκρυο ούτε λίγα χόρτα δεν μπορείς να μαζέψεις. Δεν καθόμαστε καλύτερα στ’ αβγά μας! Καλά να ’ναι το χαζοκούτι, καλά θα ’μαστε κι εμείς. Κι οι μασκαράδες πολύ καλύτερα!