Ένα θέμα που προκάλεσε πλήθος συζητήσεων, σε Ελλάδα αλλά και στην πατρίδα μας, ήταν η επιλογή του νέου Έλληνα πρωθυπουργού να ορκιστεί πολιτικά και όχι με θρησκευτικό όρκο, ως είθισται. Να δηλώσω εξαρχής, ότι δεν είμαι εξ εκείνων που κάθε Κυριακή τρέχουν να εκκλησιαστούν και να πάρουν και το πατροπαράδοτο αντίδωρο, στο πέρας της λειτουργίας. Βέβαια, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ θρησκευτικής πίστης στα θεία και θρησκοληψίας.

Πριν από χρόνια που έτυχε να επισκεφτώ το παρεκκλήσι της Παναγίας της Ιεροσολυμίτισσας στη Λιβαδειά -το οποίο για να προσεγγίσεις πρέπει να ανέβεις 80 με 100 πέτρινα σκαλιά, διότι βρίσκεται στην κορυφή ενός ψηλού βράχου-, στη συντροφιά ήταν και ένας κύριος, που μετά την κοπιώδη ανάβαση, παρέλειψε να προσκυνήσει. Σε ερώτησή μου, για τον λόγο που παρέλειψε να το πράξει, μου είπε: «Είμαι θρησκευόμενος και όχι θρησκόληπτος…!».

Και προκύπτει το καίριο, αλλά εξίσου διαχρονικό ερώτημα: Πού τίθενται τα όρια μεταξύ θρησκευτικότητας και θρησκοληψίας; Μήπως, θα μας βοηθήσει η παραβολή Τελώνου-Φαρισαίου, στο δύσκολο αυτό ερώτημα; Είναι διαχρονική αυτή η διάκριση: Από τη μια, η πραγματική, αγνή, ειλικρινής και ανεπιτήδευτη προσήλωση στον Ύψιστο και, από την άλλη, η υποκριτική, πομπώδης, χάριν εντυπωσιασμού ή show off, επίδειξη «πίστης και συντριβής» ενώπιον των εικόνων.

Όπως είπα και στην αρχή του κειμένου, ήμουν, και εξακολουθώ να είμαι, θρησκευόμενο άτομο με τον δικό μου τρόπο. Θα εισέλθω στην εκκλησία, όταν δεν παρίσταται κανένας άλλος, θα ανάψω ένα ταπεινό κεράκι, θα γονατίσω συντετριμμένος μπροστά στης Παναγιάς το εικόνισμα και θα «συνομιλήσω» με τη Μητέρα του Θεού ή τον Άγιο στον οποίο ο ναός είναι αφιερωμένος. Θα παρακαλέσω πρώτα απ' όλα να αναπαύσει την ψυχούλα του προ έτους αποβιώσαντος παιδιού μου, και μετά θα ευχηθώ να μας δίνει όλους υγεία ο Θεός.

Αλλά το στοιχείο που θα μου δώσει να καταλάβω, πριν εξέλθω του ναού, ότι η προσευχή μου ήταν αυθεντική και εισακούσθηκε, ότι ήταν όντως μια εκ βάθους καρδίας προσευχή και όχι μια τυπική εκ συνηθείας, επιφανειακή προσέγγιση, είναι αν θα νιώσω καυτά δάκρυα να κυλάνε στο πρόσωπό μου…Που να επιβεβαιώνουν ότι η ολιγόλεπτη επικοινωνία μου με τον Μεγαλοδύναμο υπήρξε αποτέλεσμα ψυχικού πόνου, ταπείνωσης και, φυσικά, μνήμης θανάτου.

Στις περιπτώσεις που δεν συμβεί αυτό, αισθάνομαι κενός, ψευδής, fake, στην Αγγλική, δηλ. υποκριτής, ψεύτικος. Λυπάμαι που θα λυπήσω, ενδεχομένως, τους αρχιερείς μας, και ειδικά τον ευσεβή Αρχιεπίσκοπό μας, αλλά θα πω και το εξής: Αυτό που οι θεολόγοι μάς διδάσκουν, ότι αναπόσπαστο συνδετικό στοιχείο -δηλ. μεσολαβητές μεταξύ Θεού-ανθρώπων- είναι οι την εκκλησιαστική ιεραρχία αποτελούντες, όλων των βαθμίδων, ότι είναι απαραίτητοι για την επικοινωνία ενός εκάστου εξ ημών με το υπερβατικό θεϊκό στοιχείο, δεν το αποδέχομαι.

Και είναι γι΄ αυτό που δεν εκκλησιάζομαι τις Κυριακές. Παρ' όλα αυτά, ομολογώ ότι με ενόχλησε κάπως η στάση του Έλληνα νεο-εκλεγέντα ηγέτη, κ. Τσίπρα. Και αν είχα τη δυνατότητα να τον ερωτήσω, θα του έλεγα: «Σε μια δύσκολη στιγμή στη ζωή σας, πού θα προστρέξετε για βοήθεια; Ποια Δύναμη θα επικαλεστείτε; Eλλάς και θρησκεία υπήρξαν πάντοτε αλληλένδετα: Τι να πρωτοθυμηθούμε;

Τα λόγια του Ναύαρχου Παύλου Κουντουριώτη, πριν εκστρατεύσει κατά του τουρκικού στόλου, το ΄12-13; «Με την βοήθειαν του Θεού και της Παναγίας, θα αγωνισθώμεν κατά του προαιώνιου εχθρού του Έθνους μας…!». Ή, εκείνο που βροντοφώναξε ο Γέρος του Μοριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: «Ο Θεός έβαλε την υπογραφήν Του για την απελευθέρωση του γένους μας, και δεν την παίρνει πίσω…!».

Όμως, θα ήταν λάθος να σπεύσουμε να καταδικάσουμε τον Έλληνα πολιτικό. Θα αναμένουμε. Και στο μέλλον θα αποδειχτεί αν ο έντιμος νεαρός και επαναστάτης αρχηγός της ελληνικής κυβέρνησης θα ενεργεί με γνώμονα το συμφέρον του ταλαιπωρημένου μέσου Έλληνα, αλλά πάντα στα ηθικά πλαίσια που η καλώς νοούμενη θρησκευτικότητα καθορίζει.

ΑΝΤΩΝΗΣ Μ. ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΗΣ
Ερευνητής