Η αποδοχή συζήτησης του θέματος του φυσικού αερίου στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό συνιστά ολέθρια εξέλιξη…

Η τουρκική στρατηγική στο θέμα των αίολων διεκδικήσεων στον υποθαλάσσιο πλούτο της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι «ηλίου φαεινότερη». Υποκρινόμενη η Τουρκία ότι η στρατιωτική κατοχή του 37% των εδαφών τής Κυπριακής Δημοκρατίας δεν την αφορά, αναγορεύει το ψευδοκράτος ως νόμιμη, από άποψη διεθνούς δικαίου, οντότητα και παρουσιαζόμενη ως εκπροσωπούσα τους Τ/κ, αξιώνει συνδιαχείριση και συνεκμετάλλευση του φυσικού αερίου.

Το συγκριτικό πλεονέκτημα, το ισχυρό όπλο που διαθέτει η Κυπριακή Δημοκρατία, είναι η κρατική της υπόσταση. Το γεγονός ότι διεθνώς αναγνωρίζεται ως η μοναδική οντότητα που απολαμβάνει διεθνούς νομιμοποίησης. Η δε κυπριακή Κυβέρνηση αναγνωρίζεται ως η μόνη που νόμιμα εκπροσωπεί το σύνολο του κυπριακού λαού και δικαιούται σε άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων επί του συνόλου της εδαφικής επικράτειας, της αιγιαλίτιδος ζώνης, της ΑΟΖ και του εναέριου χώρου.

Αυτές τις διασφαλίσεις προσφέρουν, ως ισχυρό νομικό θώρακα, τα ψηφίσματα 186 του 1964, 541 του 1983 και 550 του 1984.

Η αποδοχή συζήτησης του θέματος του φυσικού αερίου στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, συνιστά ολέθρια εξέλιξη. Μετά και τον εμπαιγμό που υπήρξε από πλευράς του Ειδικού Αντιπροσώπου του Γ.Γ. του ΟΗΕ, Ε. Άιντα, η ανάκληση της σχετικής δήλωσης του Προέδρου της Δημοκρατίας αποτελεί μονόδρομο.

Η μετατροπή του φυσικού αερίου σε διακοινοτικό ζήτημα, πέραν του ότι οδηγεί σε υποβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας και εξίσωσή της με το ψευδοκράτος, οδηγεί και σε ακύρωση του κυριαρχικού δικαιώματος εκμετάλλευσης του υποθαλάσσιου πλούτου της Κύπρου και συνεπώς σε αναίρεση του γεωστρατηγικού, γεωπολιτικού και γεωοικονομικού πλεονεκτήματος.

Η υπεράσπιση αρχών στο θέμα του φυσικού αερίου είναι επιτακτική ανάγκη. Κύπρος και Ελλάδα, εγκαταλείποντας την πολιτική του «κατευνασμού», θα πρέπει, με περιφερειακές συμμαχίες αλλά και αξιοποίηση του ρωσικού παράγοντα, να οικοδομήσουν αποτρεπτικό τείχος στις δόλιες τουρκικές μεθοδεύσεις.

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Λ. ΟΜΗΡΟΥ
Πρόεδρος Βουλής των Αντιπροσώπων