Η μετατροπή της ΕΟΚ σε Ε.Ε. συνέπεσε με τη συμφωνία των Ην. Εθνών για απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου
Αναφέρθηκα κι άλλοτε στις αδυναμίες, που παρουσιάζει η μέχρι τούδε λειτουργία αυτού του μεγαλεπήβολου έργου, που ορισμένοι οραματιστές ηγέτες προώθησαν στη δεκαετία του 1950, την ειρηνική ενοποίηση της χειμαζόμενης από πολέμους Ευρώπης: ένα δύσκολο εγχείρημα, αν λάβει κανένας υπ' όψιν τις ιστορικές καταβολές, το μέγεθος και το επίπεδο ανάπτυξης κάθε χώρας, ακόμη και τις εσωτερικές διαφορές που υπάρχουν σε καθεμιά.
Εδώ θα περιοριστούμε σε θέματα της οικονομίας και πώς η προσπάθεια για δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς λειτουργεί σε βάρος των λιγότερο αναπτυγμένων μελών. Πολύ φοβούμαι πως αν δεν δημιουργηθούν μηχανισμοί υποβοήθησης των μελών που αντιμετωπίζουν προβλήματα προσαρμογής, πρώτα η ΟΝΕ θα καταρρεύσει κι η ίδια η Ε.Ε. θα δυσκολευτεί να καταστεί μια βιώσιμη οικονομική οντότητα. Θα ασχοληθώ στη συνέχεια με θέματα που έχουν να κάνουν με την Κύπρο, που βιώνουμε από τότε που άρχισε η εναρμόνιση με το ούτω καλούμενο ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Χωρίς να φταίει απόλυτα η Ε.Ε., θεωρώ εκ προοιμίου ότι είναι απαράδεκτο η ημικατεχόμενη Κύπρος, με τα τεράστια οικονομικά προβλήματα λόγω της εισβολής και της προσφυγοποίησης, να καλείται μέχρι σήμερα να συνεισφέρει περισσότερα, απ' ό,τι ωφελείται, στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
Επίσης, θέλω να αναφερθώ στο γεγονός ότι από την ένταξη είμαστε υποχρεωμένοι να δεχόμαστε όσους κοινοτικούς επιθυμούν να εργαστούν στην Κύπρο, χωρίς να έχει ληφθεί υπ' όψιν το μέγεθος κι η κατάσταση της εγχώριας αγοράς εργασίας, όπως έγινε σε ανάλογη περίπτωση, εκείνην της Μάλτας. Και τα δυο αυτά θέματα θα πρέπει να εγείρουμε με την Ε.Ε. και να διεκδικήσουμε τη διόρθωσή τους. Η Ε.Ε. υιοθέτησε κριτήρια και μηχανισμούς, που ουσιαστικά ωφέλησαν και ωφελούν τα πλούσια μέλη, ενώ αποδεικνύονται, ιδιαίτερα τώρα σε περίοδο κρίσης, όχι μόνο ότι δεν εξυπηρετούν την ενοποίηση, αλλά ωθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Η απότομη κατάργηση όλων των περιορισμών διακίνησης ατόμων, προϊόντων και κεφαλαίων στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και λίγο αργότερα η υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος απλώς βοήθησαν τις εξαγωγικές και πλούσιες ευρωπαϊκές χώρες. Για τις λιγότερο ανεπτυγμένες ίσχυσε η φράση του Κ. Καραμανλή όταν μπήκε η Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1980 στην ΕΟΚ, «εγώ σας έρριξα στην θάλασσα κι όποιος ξέρει κολύμπι θα σωθεί». Τελικά μόνο οι ανεπτυγμένες χώρες και κάποιοι άλλοι επιτήδειοι ήξεραν να κολυμπούν.
Η μετατροπή της ΕΟΚ σε Ε.Ε. συνέπεσε με τη συμφωνία των Ην. Εθνών για απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου. Οι ανεπτυγμένες χώρες εκμεταλλεύθηκαν με δυο τρόπους τα ανοίγματα αυτά: αύξησαν τις εξαγωγές τους κι έλυσαν ένα άλλο πρόβλημα, την έλλειψη φτηνού εργατικού δυναμικού για συνέχιση ή αύξηση της παραγωγής σε τομείς εντάσεως εργασίας. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις ευρωπαϊκών εταιρειών που είτε ίδρυσαν υποκαταστήματα σε αναπτυσσόμενες χώρες είτε πώλησαν την τεχνολογία τους, κάτι που τις βοήθησε ταυτόχρονα να επιδοθούν στην έρευνα κι ανάπτυξη στη χώρα τους.
Παρά τις ανάλογες προσπάθειες που καταβάλαμε ως Κύπρος για μεταφορά ορισμένων βιομηχανικών δραστηριοτήτων σε γειτονικές χώρες, όπου τα εργατικά κόστη ήταν τότε το 20% του τι ίσχυε εδώ, το πείραμα δεν ολοκληρώθηκε λόγω αδυναμίας στήριξής του και των περιορισμών της ΕΟΚ.
Επιπλέον, για να διευκολύνουν τις εξαγωγικές τους δραστηριότητες, ιδιαίτερα στις λιγότερο ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες, έθεσαν σε κινητοποίηση τους μηχανισμούς για τη χρηματοδότησή τους με ευνοϊκούς συνήθως όρους, αυξάνοντας έτσι την εξάρτηση των χωρών αυτών από τις πρώτες και βυθίζοντάς τες σε υπέρογκα χρέη. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν και παράνομες πρακτικές από μέρους μεγάλων εταιρειών τους (προμήθειες για κρατικά εξοπλιστικά κι άλλα προγράμματα). Δεν είναι τυχαίο που οι νότιες ευρωπαϊκές χώρες βρέθηκαν κατά την κρίση να έχουν τεράστια χρέη και να αρχίσει το τσουνάμι του προγράμματος λιτότητας.
Δυστυχώς ούτε κι εδώ η Ε.Ε./ΟΝΕ λειτούργησαν αποτελεσματικά. Η προστασία, που ανεμένετο να παρασχεθεί σε περίπτωση που μια χώρα-μέλος παρουσίαζε απόκλιση από τους όρους του παιχνιδιού, δεν λειτούργησε. Τι να πρωτοθυμηθεί κάποιος; Μόνο στις ανεπτυγμένες χώρες (Γερμανία, Γαλλία) επιτράπηκε να παραβούν τους δείκτες Μάαστριχτ.
Οι Επιτροπές λειτουργούν σαν δικαστήρια έτοιμα να τιμωρήσουν τους παραβάτες των κανονισμών κι όχι για να υπηρετήσουν την ιδέα της ενοποίησης. Αυτό έγινε τον Μάρτη του 2013 για τις κυπριακές τράπεζες, όταν κλήθηκαν οι μέτοχοι κι οι καταθέτες να επωμισθούν τα λάθη των εποπτικών Αρχών εδώ και στη Φρανκφούρτη. Πρόσφατο παράδειγμα είναι το κλείσιμο των Κυπριακών Αερογραμμών από την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Έβαλαν λουκέτο σε μια κρίσιμη οικονομική μονάδα, που δεν κατάφερε να αντεπεξέλθει στον ανταγωνισμό υπό τις γνωστές συνθήκες, που της επέβαλε η Κατοχή.
Από το 1974 ξεκίνησε από το μηδέν, αφού έχασε τον στόλο κι άλλα περιουσιακά στοιχεία, και λειτούργησε μέχρι τώρα κάτω από τους γνωστούς περιορισμούς πτήσεων. Όσο για την κακή διαχείριση, που όλοι επικρίνουμε, θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει κι εδώ ένα πρόγραμμα εξυγίανσης, όπως έγινε για την Κυβέρνηση.
Τα αντίδοτα που επεξεργάστηκε και συνεχίζει να επεξεργάζεται η Ε.Ε.(ΕSΜ, Επενδυτικό Σχέδιο Γιούνκερ) και η ΕΚΤ (ELA/QE) για όσους παρεκτρέπονται έπρεπε να είναι βοηθητικά κι όχι τιμωρητικά για τον λαό μιας χώρας-μέλους. Στόχος έπρεπε να είναι η ανόρθωση της οικονομίας της χώρας και με ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα η διόρθωση των γενεσιουργών αιτίων της κακής κατάστασης, περιλαμβανομένης και της λειτουργίας της ίδιας της Ε.Ε. και της ΟΝΕ.
ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




