Εάν η Γερμανία εξακολουθήσει να επιδεικνύει σκληρότητα και ακαμψία, προφανώς η ελληνική Κυβέρνηση κατ’ ουσίαν θα βρεθεί προ ενός σοβαρού διλήμματος

Τις τελευταίες ημέρες τα διεθνή ΜΜΕ ασχολούνται με την αμφισβήτηση από τη νέα ελληνική Κυβέρνηση της νομιμοποίησης της Τρόικας καθώς και της υφιστάμενης οικονομικής φιλοσοφίας. Εκ των πραγμάτων θα ήταν αδύνατο οι επιλογές της νέας ελληνικής Κυβέρνησης να εστιασθούν στη συνέχιση της εφαρμογής της πολιτικής της σκληρής λιτότητας και των μνημονίων της Τρόικας.

Υπενθυμίζεται ότι, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 5 ετών, το εθνικό εισόδημα της Ελλάδας συρρικνώθηκε περίπου κατά 25%, η ανεργία αυξήθηκε στο 30%, ενώ μεταξύ των νέων προσεγγίζει το 60%, η δημογραφική αιμορραγία πήρε ανησυχητικές διαστάσεις, ενώ το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από το 125% στο σχεδόν 180% του ΑΕΠ.

Οι πρώτες κινήσεις της κυβέρνησης Τσίπρα για αμφισβήτηση της φιλοσοφίας του Μνημονίου παρά την αντίδραση της Γερμανίας βρίσκουν υποστηριχτές σε διάφορα επίπεδα στην Ε.Ε., αλλά και ευρύτερα. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις δηλώσεις του Αμερικανού Προέδρου, ο οποίος ξεκάθαρα υπογραμμίζει ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχισθεί. Το μήνυμα είναι σαφές: δεν μπορεί η Γερμανία να πιέζει την Ελλάδα αλλά και άλλες χώρες σε μια υφεσιακή πολιτική.

Η πραγματικότητα είναι ότι ο γερμανικός δογματισμός και ηγεμονισμός βυθίζει την Ευρώπη σε πολύ σοβαρά προβλήματα. Η στάση της νέας ελληνικής Κυβέρνησης είναι όχι μόνο γενναία αλλά και ορθολογιστική. Η προσέγγιση αυτή ουδόλως παραγράφει τις ενδογενείς ευθύνες των συγκεκριμένων χωρών για τα προβλήματα και τις στρεβλώσεις. Υπογραμμίζει, όμως, ότι οι συνταγές της Τρόικας και η φιλοσοφία της Γερμανίας επιδεινώνουν τα προβλήματα.

Η νέα ελληνική Κυβέρνηση σαφώς προτιμά λύσεις εντός της Ευρωζώνης. Αυτό συνεπάγεται χαλάρωση των προνοιών του Μνημονίου και χρόνο, ούτως ώστε με την ανάπτυξη να αρχίσει η χώρα να αποπληρώνει τις υποχρεώσεις της. Ταυτόχρονα καταθέτει απόψεις για την ανασυγκρότηση του χρέους της.

Για μια τέτοια πολιτική απαιτείται προφανώς η ανάλογη στάση των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. Πέραν τούτου, είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι, πέραν της νομισματικής χαλάρωσης, ήδη υπάρχουν φωνές στην Ε.Ε για μια ευρύτερη δημοσιονομική επεκτατική πολιτική στην Ευρώπη.

Σημειώνεται συναφώς ότι εάν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στα πλαίσια της νέας επεκτατικής νομισματικής πολιτικής, αρνηθεί να αποδέχεται τα ελληνικά ομόλογα, αυτό θα αποτελεί πράξη αντεκδίκησης επειδή η Ελλάδα έχει αποκηρύξει την πολιτική της σκληρής λιτότητας και των μνημονίων της Τρόικας. Θα αποτελεί, επίσης, πράξη ύψιστης δυσμενούς διάκρισης και εκβιασμού. Εμμονή σε μια τέτοια επιλογή θα οδηγήσει τελικά την ίδια την Ευρωζώνη σε αυξημένες εντάσεις και θα σπρώξει την Ελλάδα προς επιλογές που οι ίδιοι απεύχονται…

Επιπρόσθετα, εάν η Γερμανία εξακολουθήσει να επιδεικνύει σκληρότητα και ακαμψία, προφανώς η ελληνική Κυβέρνηση κατ’ ουσίαν θα βρεθεί προ ενός σοβαρού διλήμματος. Το ένα είναι να υποκύψει και να ακολουθήσει τις τροϊκανές συνταγές με απρόβλεπτες δυσμενείς επιπτώσεις για τη χώρα και το άλλο είναι να προχωρήσει σε μια μορφή στάσης πληρωμών και επιστροφή στο εθνικό νόμισμα. Μια τέτοια εξέλιξη, όμως, θα έχει αλυσιδωτές εξελίξεις πέραν της Ελλάδας. Υπογραμμίζεται ότι η στάση της Ελλάδας δεν είναι εκβιαστική. Αντίθετα, έχει φθάσει στα όρια της ανέχειας και του εξευτελισμού.

Όπως και να 'χουν τα πράγματα, οι εξελίξεις στην Ελλάδα επηρεάζουν ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις η Ελλάδα δεν μπορεί παρά να συνεχίσει να αμφισβητεί την πολιτική τής σκληρής λιτότητας. Υπό αυτήν την έννοια, η Ελλάδα είναι πρωτοπόρος στον αγώνα για μια νέα Ευρώπη.

Αλλά και η Κύπρος θα πρέπει να παραδειγματιστεί και να πράξει ανάλογα. Εάν η κυβέρνηση Αναστασιάδη συνεχίσει τη δογματική προσήλωση στη φιλοσοφία της Τρόικας, η Κύπρος σε λιγότερο από δύο χρόνια θα βρεθεί στο κατάντημα της Ελλάδας. Η συγκυρία στην Ε.Ε. σήμερα επιβάλλει τον επαναπροσδιορισμό μιας νέας οικονομικής πολιτικής, μέσα από την οποία η Κύπρος θα μπορέσει ν' αντεπεξέλθει στα προβλήματά της.

Ο Υπουργός Οικονομικών της Κύπρου και η Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου πρέπει να αντιληφθούν ότι αξιοπιστία δεν είναι να τηρείς τυφλά αυτά που σου επιβάλλουν, αλλά να έχεις το σθένος και τη διορατικότητα να αντισταθείς σε εκείνα τα οποία βρίσκονται σε διάσταση με την ορθολογιστική κρίση. Με αυτό το σκεπτικό, έστω και την υστάτη και ο Πρόεδρος Αναστασιάδης καλείται να ενεργήσει με τρόπο που θα περισώσει την τρωθείσα αξιοπρέπειά του ως αρχηγού κράτους και πάνω απ’ όλα να δώσει προοπτική, αυτοπεποίθηση αλλά και χειροπιαστά αποτελέσματα στον κυπριακό λαό.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και
Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και
Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.