Καθώς συνεχίζονται οι διαβουλεύσεις για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων στο Κυπριακό -που διακόπηκαν με την αποχώρηση Αναστασιάδη ένεκα τουρκικών παραβιάσεων της ΑΟΖ- το πρόβλημα που προβάλλει για τη Λευκωσία είναι η επιστροφή στον διάλογο με μονομερείς υποχωρήσεις, χωρίς ταυτόχρονη ικανοποίηση της απαίτησής της για σεβασμό της κυπριακής κυριαρχίας από την Τουρκία. Η αυτοπαγίδευση στην οποία έχει οδηγηθεί με τους χειρισμούς της η ελληνοκυπριακή πλευρά στο θέμα αυτό, όπως είχαμε επισημάνει προηγουμένως, την φέρνουν αντιμέτωπη με τα εξής σκληρά δεδομένα:
Πρώτο, παρόλο που διακαώς επιθυμεί επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, να συνεχίσει να εμμένει στη θέση της για μη επιστροφή στις συνομιλίες ενόσω η Τουρκία δεν αποσύρει τη ΝΑVΤΕΧ και το «Μπαρμπαρός». Να επιμένει δηλαδή ότι θα επιστρέψει μόνον όταν η Άγκυρα αποδείξει εμπράκτως τον σεβασμό της στην κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΑΟΖ. Δεύτερο, να επαναρχίσουν οι συνομιλίες έπειτα που η ελληνοκυπριακή πλευρά, από τη μια, θα προβεί σε κάποιου είδους συμβιβασμό στις θέσεις της για το φυσικό αέριο και η Τουρκία, από την άλλη, ως «χειρονομία καλής θέλησης» να αποσύρει τη ΝΑVΤΕΧ και το «Μπαρμπαρός» (χωρίς σαφή δέσμευση ότι δεν θα επανέλθει).
Το πρώτο ενδεχόμενο είναι εξαιρετικά απίθανο να συμβεί, αφού η Τουρκία τηρεί εντελώς αρνητική στάση στο θέμα σεβασμού της κυπριακής ανεξαρτησίας και έχει την ικανότητα να ανθίσταται σε πιέσεις και να εμμένει σ’ αυτή. Από το 1974 στηρίζει τους στόχους της κατέχοντας στρατιωτικά το βόρειο τμήμα του νησιού, παραβιάζοντας συστηματικά τον κυπριακό εναέριο και θαλάσσιο χώρο και αψηφώντας τη διεθνή νομιμότητα. Ασκώντας την πολιτική της κανονιοφόρου, πράττει το ίδιο σήμερα στο θέμα των υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ. Εκ των πραγμάτων η προσοχή και οι προσπάθειες επανέναρξης του διαλόγου στο Κυπριακό επικεντρώνονται στη δεύτερη περίπτωση, που είναι η εξεύρεση κάποιας συμβιβαστικής φόρμουλας για να αρθεί το αδιέξοδο.
Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια εντάσσονται και οι προσπάθειες του ειδικού συμβούλου του Γ.Γ. του ΟΗΕ και άλλων ενδιαφερομένων, για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, όπως και η συμβιβαστική δήλωση Αναστασιάδη να δεχτεί συζήτηση του φυσικού αερίου προς το τέλος των διαπραγματεύσεων - χωρίς ωστόσο να υπάρξει αντίστοιχη θετική τουρκική αντίδραση. Βέβαια αν η Τουρκία όντως επιθυμεί για δικούς της λόγους ή ένεκα διεθνών πιέσεων επανέναρξη των συνομιλιών, είναι πιθανό τη δεδομένη στιγμή που κρίνει ότι εξυπηρετείται η πολιτική της, να αναστείλει με εύσχημο τρόπο τις παραβιάσεις της ΑΟΖ - χωρίς δέσμευση ότι δεν θα τις επαναλάβει.
Ωστόσο, υπό τέτοιες συνθήκες επιστροφής στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, θα προέκυπτε το εξής φαινόμενο: Να βρίσκεται υπό εξέλιξη ο διάλογος και, ταυτόχρονα, σε κάποια φάση, να υπάρχουν και τουρκικές παραβιάσεις. Σε περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο, ασφαλώς η ελληνοκυπριακή πλευρά θα είναι σε χειρότερη θέση από πριν την εγκατάλειψη των συνομιλιών. Ο λόγος είναι ότι βασικά θα έχει επιστρέψει σε ένα διάλογο απ’ όπου είχε αποχωρήσει ένεκα τουρκικών παραβιάσεων στην ΑΟΖ, αλλά το καθαρό αποτέλεσμα τώρα θα είναι επανέναρξη των συνομιλιών με μονομερείς ελληνοκυπριακούς συμβιβασμούς, χωρίς, ωστόσο, να έχουν τερματιστεί οι τουρκικές παραβιάσεις και προκλήσεις.
Τι θα κάμει τότε η Λευκωσία; Θα αποχωρήσει και πάλι από τον διάλογο για να ακολουθήσει ένας νέος κύκλος διαβουλεύσεων και υποβολής όρων για την επιστροφή της; Αυτό είναι ένα από τα καίρια στρατηγικά προβλήματα, στα οποία θα πρέπει να απαντήσει η Κυβέρνηση και τα κόμματα στη Κύπρο, διαμορφώνοντας τα επόμενά τους βήματα και αξιολογώντας τα υπέρ και τα κατά που συνεπάγεται η κάθε κίνηση στην υπόθεση αυτή.
ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
Τέως βουλευτής, ειδικός σε θέματα άμυνας και στρατηγικής




