Α’ ΜΕΡΟΣ
Θα ήταν χρήσιμο να φέρουμε στη μνήμη μας τα σχόλια στις κρίσιμες στιγμές, που είχαν κάνει κάποια μέλη του Eurogroup περί τζογαδόρων, κατά τη λήψη των καταστροφικών αποφάσεων τον Μάρτιο του 2013
Θέλω να χαιρετίσω την ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας για την προσπάθεια εμπλοκής της HSBC, για να μπορέσουμε να βρούμε την αλήθεια γιατί η Λαϊκή Τράπεζα είχε την τραγική κατάληξη που όλοι βιώσαμε.
Tο 1970 η HSBC έγινε ο μεγαλύτερος μέτοχος στη Λαϊκή Τράπεζα με ποσοστό 20%. Για αρκετά χρόνια την επένδυση την αξιολογούσε πολύ επιτυχημένη και κατά διάφορες περιόδους ήθελε να αυξήσει αυτό το ποσοστό. Τι είχε συμβεί και στο τέλος αποφάσισε να φύγει από την Κύπρο είναι κάτι που θα πρέπει να διερευνηθεί.
Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, θεωρώ την απόφαση εκείνη ως ένα μεγάλο λάθος, που δυστυχώς έγινε με την υποστήριξη της τότε διοίκησης της Λαϊκής Τράπεζας. Σε λιγότερο από 10 χρόνια μια τράπεζα, την οποία η HSBC είχε σαν καμάρι και παράδειγμα επιτυχημένης επένδυσης, έτυχε τέτοιας διαχείρισης από τους εκπροσώπους της ομάδας των νέων αγοραστών/μετόχων, που υποχρέωσε το Κράτος τον Μάιο του 2012 να γίνει μέτοχος με ποσοστό περισσότερο από 90%.
Το ερώτημα που λογικά πρέπει να τεθεί είναι γιατί έγινε αυτό.
Η απάντηση είναι ότι η καταστροφή, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, οφείλεται στα αίτια που αναφέρονται πιο κάτω: Η αλόγιστη επέκταση, η εφαρμογή λανθασμένων στρατηγικών, η κατάργηση ορθών τραπεζικών πρακτικών και η αδυναμία εκτίμησης των πιθανών κινδύνων από τις διάφορες δραστηριότητες, ενέργειες και αποφάσεις που έγιναν από τη νέα διοίκηση, το μέγεθος των αναμενόμενων αρνητικών αποτελεσμάτων και η κακή ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού της τράπεζας ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, δημιούργησαν τεράστιες ζημιές. Για αυτό τον λόγο επιβαλλόταν μεγάλη αύξηση των ιδίων κεφαλαίων. Επειδή οι μέτοχοι είτε δεν ήθελαν είτε δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν, λόγω του μεγέθους της Λαϊκής Τράπεζας, το Κράτος υποχρεώθηκε να συμπληρώσει το κενό που είχε δημιουργηθεί.
Είμαι ένα από τα μέλη του Δ.Σ. της Λαϊκής Τράπεζας που είχε αποδεχτεί το 2012 να διοριστεί από το Κράτος, με σκοπό να βρει λύση στα πολλά προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε η τράπεζα και να την επαναφέρει στην ορθή και βιώσιμη πορεία. Ομολογουμένως, ήταν μια πολύ δύσκολη προσπάθεια, χωρίς σοβαρές ελπίδες επιτυχίας. Τον Μάρτιο του 2013 ως Δ.Σ. παυθήκαμε από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, κ. Π. Δημητριάδη, διότι αρνηθήκαμε να εγκρίνουμε την πώληση των εργασιών της τράπεζας στην Ελλάδα στην Τράπεζα Πειραιώς, σε τιμή και όρους ξεπουλήματος και ζημιογόνα, που είχε αποφασίσει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου μαζί με τους συμβούλους της. Διάφορες πληροφορίες την περίοδο εκείνη έλεγαν ότι η ανάμειξη της Τράπεζας Πειραιώς στην αγορά των κυπριακών καταστημάτων στον ελληνικό χώρο έγινε την ύστατη στιγμή, για λόγους που δεν έγιναν πότε γνωστοί. Ίσως ο κ. Βγενόπουλος να γνωρίζει κάτι και να θελήσει να μας διαφωτίσει.
Αισθάνομαι την υποχρέωση αλλά και την ευθύνη ως στέλεχος της Λαϊκής Τράπεζας μέχρι λίγα χρόνια πριν από την αποχώρηση της HSBC, αλλά και ως μέλος του Δ.Σ. που διόρισε το Κράτος, μετά τη φυγή του κ. Βγενόπουλου και της πλειοψηφίας της ομάδας του, να απαντήσω στα παραπλανητικά, αβάσιμα, ατεκμηρίωτα, λανθασμένα, περίεργα επιχειρήματα και στις θέσεις που έχει εκφράσει παρά πολλές φορές τα τελευταία τρία χρόνια μέσω των διάφορων ΜΜΕ της Κύπρου, και όχι μόνον, σχετικά με την οικονομική κατάσταση της Λαϊκής Τράπεζας, κατά τη στιγμή που είχε διοριστεί από το Κράτος το νέο Δ.Σ. Αποκορύφωμα αυτής της τακτικής ήταν οι επιστολές του στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος», ημερομηνίας 7 και 14 Δεκεμβριου 2014. Η θέση του Δ.Σ. της Λαϊκής Τράπεζας, που είχε τις αναγκαίες γνώσεις και πληροφορίες για να δώσει τις κατάλληλες απαντήσεις, ήταν ότι δεν έπρεπε να απαντά στις σκόπιμα απλοποιημένες αλλά και ταυτόχρονα παραπλανητικές και αναληθείς θέσεις του, τις οποίες αναμασούσε μόνιμα για να δικαιολογήσει τις απαράδεκτες, επικίνδυνες και ζημιογόνες τραπεζικές στρατηγικές και πρακτικές που είχαν ακολουθηθεί κατά την περίοδο της απόλυτης «βασιλείας» της ομάδας του.
Η αιτιολόγηση της θέσης μας τότε, ήταν ότι επειδή τα θέματα αυτά σε κάποια στιγμή θα παρουσιάζονταν στο δικαστήριο, έπρεπε να περιμένουμε να συμπληρωθούν όλες οι έρευνες τις οποίες είχαν αρχίσει διάφοροι θεσμοί και βρίσκονταν σε εξέλιξη.
Ο κ Βγενόπουλος ίσως ερμήνευσε αυτή τη θέση/ απόφαση σαν αδυναμία και έλλειψη στοιχείων και επιχειρημάτων. Ως πρόεδρος των δύο επιτροπών του Δ.Σ. που αναφέρω πιο κάτω, και είχα την άμεση ευθύνη για αυτά τα θέματα. θεωρώ ότι ήρθε η ώρα να δοθεί μια απάντηση, για να πληροφορηθεί το κοινό ποια ήταν η πραγματική κατάσταση. Θα ήταν χρήσιμο να φέρουμε στη μνήμη μας τα σχόλια στις κρίσιμες στιγμές που είχαν κάνει κάποια μέλη του Eurogroup περί τζογαδόρων, κατά τη λήψη των καταστροφικών αποφάσεων τον Μάρτιο του 2013. Προσωπικά, είχα συμφωνήσει με το σχόλιο αυτό, που αφορούσε τη συμπεριφορά της διοίκησης της Λαϊκής Τράπεζας. Διάβασα τις εκθέσεις και τα σχόλια της Τράπεζας της Ελλάδος και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, που, ως εποπτικές Αρχές, αξιολογούσαν την ποιότητα κάποιων δανείων, τα οποία είχαν παραχωρηθεί από τα καταστήματα στην Ελλάδα μέχρι το 2009. Για κάποιο με στοιχειώδη γνώση εκτίμησης πιστωτικών κίνδυνων, η τραγική κατάληξη ήταν ξεκάθαρη και αναμενόμενη.
Θέτω το ερώτημα, αν εκείνες οι εκθέσεις έτυχαν σοβαρής διαχείρισης από την πλευρά της τότε διοίκησης. Θα ήταν ενδιαφέρον να μας πληροφορήσουν αν έλαβαν καθόλου υπόψη αυτές τις εκθέσεις, όταν προχώρησαν στην ενοποίηση των τριών τραπεζών (Λαϊκής, Μαρφίν, Εγνατίας), καθώς και στην ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων για τα επόμενα χρόνια, που ο κ. Βγενόπουλος ισχυρίζεται ότι είχε μεγάλα κέρδη. Ο κ Βγενόπουλος στην επιστολή του ημερομηνίας 14 Δεκεμβρίου 2014 αναφέρει ότι η συνεχής επανάληψη θέσεων χωρίς αντίλογο είναι η μητέρα της προπαγάνδας που συσκοτίζει την αλήθεια. Συμφωνώ απόλυτα μαζί του. Αυτό ακριβώς κάνει ο ίδιος σε κάθε ευκαιρία.
Θα προσθέσω όμως και την κυπριακή ρήση που λέει ότι «φωνάζει ο κλέφτης για να φοβηθεί ο νοικοκύρης». (Ο κ Βγενόπουλος σχολίασε τις θέσεις του κ. Ανδρέα Φιλίππου, Πρόεδρου του Δ.Σ. με επιστολή του τελευταίου μέσω του «Φιλελευθέρου», σχετικά με τη συνέντευξη του πρώην διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, κ. Αθανάσιου Ορφανίδη στην τηλεόραση του ΡΙΚ πριν από μερικές εβδομάδες. Ο κ. Α. Φιλίππου είναι οικονομολόγος και διπλωματούχος λογιστής (Chartered Accountant) και διετέλεσε για 30 περίπου χρόνια ανώτατο στέλεχος και Γενικός Διευθυντής Εποπτείας και Αδειοδότησης Τραπεζών στην ΚΤΚ. Από ό,τι γνωρίζω, θεωρείται αυθεντία στον τομέα αυτό. Ο κ. Βγενόπουλος, αν είναι ορθή η πληροφόρησή μου, είναι ένας δικηγόρος/επιχειρηματίας στην Ελλάδα.
Ας κρίνει και ας αξιολογήσει ο κάθε αναγνώστης τα σχόλιά του, που αφορούν λογιστικά θέματα). (Θα αναφερθώ μόνο σε μερικές πράξεις, ενέργειες ή και γεγονότα που έγιναν δημόσια γνωστά κατά καιρούς στις διάφορες έρευνες ή δημοσιεύσεις συνεδριάσεων διάφορων Επιτροπών ή και της Κυπριακής Βουλής τα τελευταία χρόνια.
Αυτό γίνεται σκόπιμα για να μην δημιουργηθεί ή προκληθεί ζημιά στις πιθανές νομικές διαδικασίες που θα ακολουθήσουν.
Θέλω να υπενθυμίσω τον κ. Βγενόπουλο ότι με τον ερχομό του στη Λαϊκή Τράπεζα τον Μάιο του 2006, του είχα αποστείλει μια επιστολή στην οποία, μεταξύ άλλων, του ζητούσα να σεβασθεί όλους τους μετόχους της τράπεζας, ειδικά τους μικρούς που αθροιστικά ήταν και η πλειοψηφία (περίπου 70%). Λίγους μήνες αργότερα, με την ευκαιρία της ανακοίνωσης των σχεδιασμών τους για ενοποίηση των εργασιών των τριών τραπεζών, έστειλα ακόμη μια επιστολή, περίπου στο ίδιο πνεύμα στον τότε πρόεδρο της Λαϊκής Τράπεζας.
Απάντηση δεν πήρα ποτέ).
ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ
Σύμβουλος Τραπεζικών και Χρηματοδοτικών Υπηρεσιών. Μέχρι το 2003 ήταν Ανώτατο Στέλεχος και Εκτελεστικός Σύμβουλος στη Λαϊκή Τράπεζα




