Αντί να ασχολούμαστε όλοι μόνο με το Μνημόνιο και τις παρενέργειές του, θα 'πρεπε κάποιοι να ασχοληθούν συστηματικά με την ετοιμασία και προώθηση προτάσεων

Από την αρχή της παρούσας οικονομικής κρίσης με κατ’ ιδίαν παρεμβάσεις προς τους Κυβερνώντες αλλά και με άρθρα στον Τύπο επέμενα ότι «με Μνημόνιο ή χωρίς Μνημόνιο η ανάπτυξη είναι η λύση». Επέκρινα ταυτόχρονα την Ε.Ε. και την ΕΚΤ για την επιμονή τους στην πολιτική άκρατης λιτότητας που ακολουθούσαν. Δεν θα προσπαθήσω να εξηγήσω τους λόγους αυτής της εισήγησης με οικονομικούς όρους. Όλοι γνωρίζουν την απλοϊκή συνταγή του μεγάλου Άγγλου οικονομολόγου Κέινς, ότι σε περιόδους ύφεσης ακόμη και το να ανοίγεις τρύπες στους δρόμους βοηθά στην ανάκαμψη, γιατί δημιουργεί θέσεις εργασίας, εισοδήματα, πρόσθετη ζήτηση, που με τη σειρά της θέτει σε κίνηση την οικονομία.

Βέβαια υπήρξαν κάποιοι περιοριστικοί παράγοντες και για την Ε.Ε. και για τους Υπουργούς Οικονομικών των Χωρών-Μελών της ΟΝΕ να ακολουθήσουν τη συνταγή Κέινς. Η Ε.Ε., για να γίνει δυνατή η ολοκλήρωση μιας ενιαίας οικονομικής και νομισματικής οντότητας, που ήταν το όραμα (και σωστά) μετά την ΕΟΚ, υιοθέτησε τα κριτήρια Μάαστριχτ από τη δεκαετία του 1990, που απαιτούν από κάθε Χώρα-Μέλος να τηρούν κάποιες μακροοικονομικές νόρμες (ποσοστό δημόσιου ελλείμματος και δημόσιου χρέους ως προς το ΑΕΠ, ποσοστό πληθωρισμού).

Αυτά ήταν απαραίτητα για την εισαγωγή και λειτουργία μιας ενιαίας αγοράς κι ενός κοινού νομίσματος, που θα οδηγούσαν στην απάλειψη των διαφορών στο επίπεδο ανάπτυξης των χωρών-μελών. Όμως σε περιόδους κρίσεων και μάλιστα προτού οι οικονομίες των χωρών-μελών προφτάσουν να επιδείξουν τις απαραίτητες συγκλίσεις ανάπτυξης, η επιμονή των Αρχών της Ε.Ε./ΟΝΕ στη με κάθε τρόπο τήρηση των κριτηρίων αυτών ήταν αναπόφευκτο να οδηγήσει στα σημερινά οικονομικά αδιέξοδα στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες.

Το αντίδοτο που επιχειρήθηκε να δοθεί μέσω των Μνημονίων (παροχή χαμηλότοκων και μακροχρόνιων δανείων και ΕLΑ, κάποιο κουτσούρεμα κρατικών χρεών κι επιβολή της υποχρέωσης μετόχων και καταθετών να αναλάβουν τη διάσωση πιστωτικών ιδρυμάτων, άμεσες διαρθρωτικές αλλαγές σε χρονίζοντα προβλήματα) επέτεινε την ύφεση και τη δυσπραγία. Δεν ξέρω πότε και εάν τα μέτρα λιτότητας θα φέρουν την εξυγίανση και την επάνοδο των οικονομιών αυτών σε ανοδική πορεία. Κι ούτε μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο η ωραία προσπάθεια οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης της Ε.Ε. να αρχίσει να καταρρέει. Εκείνο που πιστεύω είναι ότι δεν χρειαζόταν όλη αυτή η ακραία πολιτική λιτότητας και καταπίεσης για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση που δημιουργήθηκε με την οικονομική κρίση.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση ανέδειξε τα μακροοικονομικά προβλήματα, που υπήρχαν σε χώρες της Ε.Ε. - κι ασφαλώς έπρεπε να ληφθούν μέτρα προς την κατεύθυνση που λήφθηκαν. Ποτέ δεν υποστήριξα πολιτικές που οδηγούν τα άτομα και τις κοινωνίες να ζουν πέραν των δυνατοτήτων τους. Αν μέναμε όμως σ’ αυτό, να ζούμε απλά με τα περιορισμένα μέσα που διαθέτουμε, θα ζούσαμε ακόμη σε πρωτόγονη κατάσταση. Πάντοτε ο άνθρωπος, τα άτομα και οι κοινωνίες, δοκιμάζουν να ξεφύγουν από το σημερινό επίπεδο διαβίωσης, να επιτύχουν την «ανάπτυξη» με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.Πώς ξαφνικά οι ταγοί της Ε.Ε. ξέχασαν την ανάπτυξη;

Αλλά φαίνεται, κι από πλευράς των χωρών-μελών, αγνοήσαμε την αναπτυξιακή αυτή συνταγή κι υποταχτήκαμε στην ιδέα της σταθεροποίησης αντί σε εκείνη της ανάπτυξης. Στην Κύπρο καμιά οργανωμένη κίνηση δεν έγινε προς την κατεύθυνση αυτή. Παρά τις κατά καιρούς διακηρύξεις των αρμοδίων για συνεχή αναζήτηση και προώθηση ξένων και ντόπιων επενδύσεων, στην πράξη υπάρχει μια ασύγγνωστη αδράνεια τόσο στη συγκεκριμενοποίηση κατάλληλων επενδυτικών έργων όσο και στα μέσα που θα προσελκύσουν και βοηθήσουν επενδυτές στην πραγματοποίησή τους.

Είχα εισηγηθεί από την αρχή του Μνημονίου να προστεθεί κι ένα ποσό στο σκοπούμενο δάνειο, που να χρησιμοποιηθεί ειδικά για σκοπούς χρηματοδότησης ενός συγκεκριμένου αναπτυξιακού προγράμματος. Έτσι δεν θα φτάναμε στο σημείο για τρίτη χρονιά ο Κρατικός Προϋπολογισμός να μη διαλαμβάνει καθόλου νέα έργα ανάπτυξης, ενώ πολλά έργα που είχαν ήδη αρχίσει να μην ολοκληρώνονται.

Είναι γεγονός ότι τελευταία η Ε.Ε. άρχισε να μιλά για ανάπτυξη. Η ΕΚΤ αλλά κι άλλα όργανά της σχεδιάζουν τη διάθεση μεγάλων ποσών για τους σκοπούς αυτούς. Η Κύπρος για να μπορέσει να επωφεληθεί από αυτή την ευπρόσδεκτη αλλαγή θα πρέπει να ετοιμάσει τα σχετικά προγράμματά της τόσο σε επίπεδο Κυβέρνησης όσο και σε επίπεδο τραπεζών αλλά και σε επίπεδο Οργανισμών, όπως το ΚΕΒΕ κι η ΟΕΒ.

Είναι πολύ χαρακτηριστική η πρόσφατη συνέντευξη του Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων κ. Wilhelm Morterer σε κυπριακή εφημερίδα: «η Τράπεζα από μόνη της δεν δημιουργεί επενδυτικά κι αναπτυξιακά έργα, αλλά, φέρτε μας προτάσεις για να τις χρηματοδοτήσουμε». Η μπάλα, λοιπόν, είναι στη δική μας πλευρά. Αντί να ασχολούμαστε όλοι μόνο με το Μνημόνιο και τις παρενέργειές του, θα 'πρεπε κάποιοι να ασχοληθούν συστηματικά με την ετοιμασία και προώθηση τέτοιων προτάσεων.

Χαιρέτισα την απόφαση για ετοιμασία ενός Έκτακτου Σχεδίου μετά τη διάλυση του υφιστάμενου μηχανισμού προγραμματισμού, αλλά δεν ξέρω πού βρίσκεται. Είναι μοναδική ευκαιρία να ξεκινήσει η εργασία αυτή από την ετοιμασία, σε συνεργασία με τους εκπροσώπους του ιδιωτικού τομέα, ενός συγκεκριμένου επενδυτικού προγράμματος για χρηματοδότηση από την ΕΤΕ. Ταυτόχρονα, αφού αναλυθούν οι επενδυτικές και χρηματοδοτικές ανάγκες της οικονομίας γενικά, να ζητηθεί από την Κεντρική Τράπεζα να δραστηριοποιηθεί, ώστε να επωφεληθεί η Κύπρος από τις τελευταίες εξαγγελίες της ΕΚΤ για παροχή πρόσθετης ρευστότητας για σκοπούς επαναδραστηριοποίησης.

ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com