Όταν γίνεται αναφορά σ’ αυτήν τη δυσνόητη φράση, που είναι γνωστή σε όλους ως DNA, στον κοινό Κύπριο δημιουργούνται συνειρμοί που σχετίζονται με την καταγωγή του. Και αλίμονο σε όποιον έστω υπονοήσει ότι ο σημερινός Κύπριος δεν είναι ακραιφνής Έλλην, που έχει απευθείας καταγωγή από τον Μέγα Αλέξανδρο, ή τουλάχιστον από τους απογόνους των δώδεκα θεών του Ολύμπου.
Γι’ αυτό και εγώ, μιας και καθόλου δεν επιθυμώ να υποστώ την μήνιν των συνκυπριωτών μου, δεν θα προσπαθήσω να ανιχνεύσω την απευθείας γενετική σύνδεση των σημερινών Κυπρίων με τους αρχαίους ημών προγόνους που, μεταξύ μας, ολίγη σημασία έχει για μένα. Θα εξετάσω το ζήτημα από την ανάποδη. Δηλαδή, κατά πόσον τα έργα και «αι ημέραι» των σημερινών Κυπρίων, συνάδουν με το τι θα αναμενόταν από ανθρώπους που υπερηφανεύονται πως είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Αυτό είναι που έχει αξία. Ανεξάρτητα από φυλετική προέλευση, το κατά πόσον τα έργα σου δικαιολογούν αυτό που περηφανεύεσαι πως είσαι.
Και τι ανακαλύπτουμε, αγαπητοί μου, από μια τέτοια δοκιμή; Ας σκεφτούμε όλοι μαζί ομαδικά, να δούμε πού μας βγάζει η περιδιάβαση στο παρελθόν της πρόσφατης, τουλάχιστον, ιστορίας μας.
Αρχίσαμε έναν αγώνα για την Ένωση της Κύπρου μας με τη μητέρα πατρίδα. Παρά τον ηρωισμό και την αυταπάρνηση των παλληκαριών που έπεσαν στον αγώνα, καταλήξαμε σε μια κολοβή ανεξαρτησία. Δεν κατορθώσαμε να τη διαχειριστούμε ορθά και φτάνουμε στην καθ’ όλα άνανδρη, άδικη και παράνομη τουρκική εισβολή, με όλες τις γνωστές συνέπειες.
Αν και ο πόνος για τον χαμό αγαπημένων προσώπων δεν φεύγει ποτέ, ο τόπος σαν χώρα κατορθώνει να ορθοποδήσει. Η Κύπρος γίνεται ζηλευτός προορισμός για ταξιδιώτες και για επιχειρηματίες. Εντάσσεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Ζώνη του Ευρώ. Και εκεί που ο μέσος Κύπριος πάει να αναπτερώσει το ηθικό του, ότι κατορθώνει το ακατόρθωτο, ότι τίποτε δεν τον φοβίζει, έρχεται η οικονομική κατρακύλα με τα κουρέματα των καταθέσεων, την ανεργία, την εξαθλίωση.
Όπως μετά την εισβολή εισχώρησε στη συνείδησή μας το βίωμα της πρωτόγνωρης για τα κυπριακά δεδομένα προσφυγιάς, έτσι και τώρα, σαράντα τόσα χρόνια μετά, βιώνει η κυπριακή κοινωνία τα κοινωνικά παντοπωλεία. Και σαν επιδόρπιο, έρχεται η αλλεπάλληλη αποκάλυψη σκανδάλων διαφθοράς.
Ανατριχιάζεις και διερωτάσαι. Τι είδους ράτσα είμαστε, τέλος πάντων; Μας διακατέχει το σύνδρομο της αυτοκαταστροφής; Εκεί που από τη μια μάς θαυμάζει η οικουμένη όλη για τα λαμπρά μας επιτεύγματα, ερχόμαστε μόνοι μας με τις πράξεις και παραλείψεις μας σε μια μέρα να κατακρημνίσουμε ό,τι με κόπους και σκληρή δουλειά δημιουργήσαμε σε χρόνια; Ποιο DNA, επιτέλους, διατρέχει το «είναι» μας;
Ποιοι είμαστε και πού θέλουμε να πάμε; Σε ποιους θέλουμε να μοιάσουμε; Έχει σημασία το DNA μας ή τα όνειρα και οι επιδιώξεις μας;
Ο καθένας ας δώσει τη δική του απάντηση. Αυτή θα καθορίσει και τη μελλοντική μας δράση. Τι είναι πιο ωφέλιμο για μας, το τι ήμασταν ή το τι δυνητικά μπορούμε να γίνουμε;




