Ελπίζω να μη δώσει ξανά η δική μας πλευρά την ευκαιρία στην Τουρκία, είτε εμμέσως είτε αμέσως, να πραγματοποιήσει τα άνομα επεκτατικά της σχέδια κι οράματα.
Όταν δεν καταφέραμε για 40 χρόνια ενδοκυπριακών συνομιλιών και μάλιστα υπό την αιγίδα των Ην. Εθνών να καταλήξουμε σε λύση του κυπριακού προβλήματος, θα πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά διαζευκτικούς τρόπους εξόδου από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του τούρκικου αρπακτικού, που εδώ και δεκαετίες έχει μπήξει τα νύχια του στο κορμί της ταλαίπωρης πατρίδας μας και την κρατά δέσμια.
Ανέμενα ότι στην τελευταία σύσκεψη των αρχηγών κι εκπροσώπων κομμάτων με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πέραν των αμέσως επόμενων βημάτων σχετικά με τις διακοπείσες συνομιλίες λόγω της παράνομης συμπεριφοράς της Τουρκίας, θα ετίθετο πρωτίστως το θέμα αυτό.
Η απόφαση της σύσκεψης για συνέχιση αποχής από τις συνομιλίες μέχρι που να υπάρξει σίγουρη διασφάλιση των εν προκειμένω δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι μεν ορθή και σεβαστή, όμως δεν θα οδηγήσει και πάλι πουθενά, όπως ήδη διαπιστώθηκε. Η Τουρκία με διάφορα τεχνάσματα απλώς προσπαθεί να κερδίσει χρόνο, δεν βιάζεται. Εδραιώνει τη θέση της και περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία για να ολοκληρώσει τους στόχους της, να σταθεροποιήσει την επιρροή και τα συμφέροντά της με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στο σημαντικό αυτό Νησί της Μέσης Ανατολής, που λέγεται Κύπρος.
Ελπίζω να μη δώσει ξανά η δική μας πλευρά την ευκαιρία στην Τουρκία, είτε εμμέσως είτε αμέσως, να πραγματοποιήσει τα άνομα επεκτατικά της σχέδια κι οράματα. Τούτο, ασφαλώς, δεν σημαίνει την καθυπόταξη στις εκάστοτε επιθυμίες κι ενέργειές της. Η περίπτωση, όμως, ούτε «νταηλίκια» σηκώνει ούτε προκλήσεις.
Η δύναμή μας απορρέει από το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, τον Χάρτη του ΟΗΕ και το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο, όπου είμαστε ενεργά εντεταγμένοι, έστω κι αν μέχρι τώρα δεν απέδωσαν καρπούς. Κι είναι εδώ που θα πρέπει να δραστηριοποιηθούμε με μια διεκδικητική πολιτική.
Είναι εδώ που πρέπει ενωμένες όλες οι δυνάμεις του Τόπου κι όχι μόνο (Κυβέρνηση, κόμματα, Πανεπιστήμια, οργανώσεις εσωτερικού κι εξωτερικού, διεθνείς εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο, φίλες χώρες) μαζί με την Ελλάδα και τους απανταχού αποδήμους να αποδυθούμε σε έναν συστηματικό αγώνα προώθησης της λύσης του Κυπριακού στη βάση των αρχών αυτών. Στον αγώνα αυτό θα πρέπει να κληθούν να λάβουν μέρος κι οι Τ/Κύπριοι συμπατριώτες μας.
Κι είναι εδώ που χρειάζεται πρώτα να ξεκαθαρίσουμε το τι θέλουμε και το τι είναι εφικτό, τώρα ή σε βάθος χρόνου. Ας εξετάσουμε διάφορα σενάρια. Ασφαλώς όλοι θα θέλαμε την απελευθέρωση της πατρίδας μας από το βρόχο του Αττίλα. Πώς, όμως, το επιτυγχάνουμε; Θα πρέπει πρώτα να αποκλείσουμε κάποια ακραία κι ανέφικτα σενάρια, όπως τη χρησιμοποίηση των ιδίων πολεμικών μέσων που χρησιμοποίησε η Τουρκία.
Ακόμη κι αν ήμασταν σε θέση να επιχειρήσουμε κάτι τέτοιο, μια νέα δυναμική αναμέτρηση θα είχε τέτοιες καταστροφικές συνέπειες για όλους τους Κυπρίους, Ε/Κυπρίους και Τ/Κυπρίους, που ούτε να διανοηθώ θα ήθελα έχοντας ζήσει από κοντά το 1974. Ακόμη και να ηττηθεί η Τουρκία σε μια γενικότερη σύρραξη στην περιοχή, λόγω π.χ. των ισλαμιστικών της προδιαθέσεων, θα πρέπει να καλλιεργηθεί το έδαφος για την απελευθέρωση και της Κύπρου στη νέα «Γιάλτα» που θα ακολουθήσει.
Έτσι, για τη διεκδίκηση των δικαίων μας παραμένει η ευρύτερη διπλωματική οδός. Ήδη έχουν γίνει πολύ θετικά βήματα, κυρίως με τα διάφορα ψηφίσματα των Ην. Εθνών και τις αποφάσεις περί Κύπρου της Ε.Ε., επιστέγασμα των οποίων είναι η μη αναγνώριση των τετελεσμένων της εισβολής. Αυτό πρέπει να διαφυλαχτεί. Εκείνες τις χώρες, που στήριξαν την υπόθεση της Κύπρου σε πρώτο στάδιο, αλλά κι άλλες θα πρέπει να προσεγγίσουμε, όχι μόνο με τις κατά καιρούς γενικές διπλωματικές νότες, που επεξηγούν τις θέσεις μας στα θέματα που εγείρονται, αλλά με συγκεκριμένο πρόγραμμα για την κάθε μια.
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα που μπορεί εύκολα να προωθηθεί. Η Κίνα υπήρξε παραδοσιακά ένα από τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ην. Εθνών που στήριξε την υπόθεση της Κύπρου. Θα μπορούσαμε να επεξεργαστούμε σχέδιο πιο στενής προσέγγισης προς τη μεγάλη αυτή Δύναμη, που θα βοηθούσε να γίνει ακόμα πιο ενεργός υποστηρικτής των δικαίων μας. Θα μπορούσαμε να αναβιώσουμε την παλιά Συμφωνία Οικονομικής και Τεχνικής Συνεργασίας της δεκαετίας του 1980, ασφαλώς μέσα στα πλαίσια των υποχρεώσεών μας ως Μέλους της Ε.Ε.
Η Κίνα ενδιαφέρεται πάντοτε να έχει μια οικονομική βάση στην ευρύτερη Μ. Ανατολή και για τις γύρω χώρες αλλά και για την Ευρώπη. Δεν είναι τυχαία που επένδυσαν στις λιμενικές εγκαταστάσεις του Σκαραμαγκά, κάτι που από τότε ζητήσαμε μέσα στα πλαίσια της Μεικτής Επιτροπής Κύπρου-Κίνας της Συμφωνίας αυτής να γίνει στην Κύπρο.
Δεν είναι τυχαία που εκδηλώνεται έντονο ενδιαφέρον από κινεζικής πλευράς για εγκατάσταση επιχειρήσεων ή επενδύσεις σε ακίνητη περιουσία στην Κύπρο. Δυστυχώς, όλα αυτά, όχι μόνο δεν προωθούνται συστηματικά, αλλά το σύστημα εργάζεται αποθαρρυντικά, όπως η εκμετάλλευση από επιτήδειους καιροσκόπους, που ζητούν υπέρογκες τιμές ή προμήθειες, όπως πληροφορήθηκα τελευταία.
Λόγω περιορισμένου χώρου δεν μπορώ να επεκταθώ. Όμως το παράδειγμα της Κίνας ισχύει και για πολλές άλλες χώρες, που αναζητούν μια οικονομική κι όχι μόνο βάση στον ευρύτερο Μεσανατολικό Χώρο. Η Κύπρος, Μέλος της Ε.Ε. και με την υποδομή που διαθέτει, είναι μια ιδανική περίπτωση γι' αυτούς τους σκοπούς. Ασφαλώς υπάρχουν κι άλλοι τρόποι για ανοίγματα προς άλλες χώρες.
ΔΡ. ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




