Το δικαίωμα της «κομματικής ανυπακοής» αποτελεί ίσως την ουσιαστικότερη άμυνα των πολιτών απέναντι στην αυθαίρετη και τυραννική εξουσία των κομματικών ηγεσιών, και στα οδυνηρά παρελκόμενά της, τα οποία ως κυπριακή κοινωνία βιώνουμε καθημερινά.

Δικαιολογείται, άραγε, η «κομματική ανυπακοή» μπροστά στο αδιέξοδο στο οποίο μας οδήγησαν οι ηγεσίες του παλαιοκομματισμού; Η άμεση απάντηση στο εν λόγω ερώτημα προκύπτει αυτόματα από την ατιμωρησία της οποίας απολαμβάνουν οι εκλελεγμένοι εκπρόσωποι του λαού και οι αυλικοί τους, οι οποίοι, λόγω ιδίας φαυλότητας και ανικανότητας, βύθισαν και εξακολουθούν να βυθίζουν τη χώρα στο τέλμα. Αποτελεί, συνεπώς, η «κομματική ανυπακοή» την κατάλληλη λύση για τον κομματικοποιημένο Κύπριο πολίτη, αλλιώς «μαντρισμένο αρνί», όπως συνήθισαν (ή τους δώσαμε το δικαίωμα) να μας αποκαλούν οι κομματικές ηγεσίες;

Αν και μας κάνουν να πιστεύουμε ότι η απάντηση εδώ είναι πιο σύνθετη, τα πράγματα είναι απλά! Η ανυπακοή είναι και ηθικό και πολιτικό μας δικαίωμα, αλλά πρωτίστως αποτελεί καθήκον επιβεβλημένο από την ιστορία και την ίδιά μας την προοπτική. Η συνειδητή παρακοή των κομματικών αποφάσεων είναι σοβαρή υπόθεση, γιατί ακριβώς αγγίζει τη ρίζα του κομματικού κατεστημένου, αμφισβητώντας τόσο την ευθικρισία των κομματικών ηγεσιών, όσο και τα υποκινούμενα κίνητρα των «κομματικής κοπής» αποφάσεων, που έχουν επιπτώσεις στην ανάπτυξη της κοινωνίας και στις ζωές ημών των πολιτών.

Επομένως, επειδή ακριβώς η ανυπακοή ενέχει κινδύνους/υπερβάσεις, όπως π.χ. η απομόνωση (κομματική και όχι μόνο), οι λεγόμενες «κομματικές κυρώσεις», η τιμωρία, η αποβολή, ή ακόμη και η εξαπάτηση της δικής μας ηθικής «κομματικής υποχρέωσης» για την εξυπηρέτηση αυτονόητων πληρωμένων φορολογικά δικαιωμάτων, τα οποία οφείλαμε να είχαμε ούτως ή άλλως ως πολίτες, αν το πνεύμα της αξιοκρατίας κατάφερνε να επιβληθεί της κομματικής φαυλότητας. Ο καθένας από εμάς θα πρέπει να κρίνει από μόνος του αν θα ακολουθήσει τον δρόμο της ανυπακοής. Εφόσον έκαστος εξ ημών αποφασίσει, το ηθικό δίκαιο βρίσκεται με το μέρος του.

Η «κομματική ανυπακοή» αφορά, λοιπόν, τη δυνατότητα των πολιτών να απειθαρχούν σε επιταγές της κομματικής εξουσίας, στηριζόμενοι σε πολιτικά επιχειρήματα, με σκοπό την αλλαγή των νοοτροπιών ή και ακόμη των ίδιων των δομών της εξουσίας, οι οποίες μέχρι στιγμής χειραγωγούνται από τις τετριμμένες νοοτροπίες του συστήματος. Ο καθοριστικός παράγοντας που δικαιολογεί αυτήν τη στάση είναι η απώλεια νομιμοποίησης της εξουσίας, που φαίνεται ότι κινείται σε πλήρη αντιδιαστολή με το κοινωνικό συλλογικό συμφέρον.

Κλείνοντας, θα προσπαθήσω να προσδιορίσω την «κομματική ανυπακοή» ως την επιβεβλημένη ρήξη στα κρίσιμα διλήμματα με τις ανήθικα θεσπισμένες εξουσίες.
Όσον αφορά εμένα προσωπικά, θα συνεχίσω να πολιτεύομαι με μοναδικό εφαλτήριό μου πάντοτε το μηδενικό ποσοστό, χωρίς να οικειοποιούμαι και να καταχρώμαι την ψήφο του οποιουδήποτε ελεύθερα σκεπτόμενου πολίτη. Μόνο σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, με ταπεινότητα και σεβασμό, μπορεί έκαστος πολιτικός παράγοντας να αντικρίζει όλους τους πολίτες, ελεύθερους και συνειδητοποιημένους, οι οποίοι είναι έτοιμοι να κρίνουν και να αποφασίσουν αχειραγώγητα, απελευθερωμένοι από τα βαρίδια του παλαιοκομματισμού, με κίνητρα ηθικά, κοινωνικά και πολιτικά, και κατ’ ουδένα λόγο κομματικά…

ΔΩΡΟΣ ΠΑΦΙΤΗΣ
Μέλος Γραμματείας Συμμαχίας Πολιτών