Τελέστηκαν τη Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου, μπροστά σ’ ένα πυκνότατο ακροατήριο, τα εγκαίνια του Ιδρύματος Βάσου Λυσσαρίδη. Παρά το γεγονός πως μόλις πρόσφατα το ίδρυμα εγκαινιάστηκε, είχε ήδη αναπτύξει μια σημαντική δραστηριότητα, με την οργάνωση, όπως τονίστηκε, μεγάλων εκδηλώσεων για την Κύπρο, τον ελληνικό μας πολιτισμό, τα γράμματα και τις τέχνες, ενώ ταυτόχρονα οργάνωσε επετειακές τιμητικές εκδηλώσεις, όπως κι εκδηλώσεις πολιτικού περιεχομένου καθώς κι έρευνες για την εικόνα της σημερινής κοινωνίας και των νέων.

Ενδεικτικά αναφέρθηκε η Ημερίδα για τον παγκόσμιο Ελληνισμό, οι ομιλίες του Προέδρου του σε εκδηλώσεις για την Κύπρο στους Δελφούς, και στον Παρνασσό στην Αθήνα, τα αφιερώματα στο ποιητικό και εικαστικό έργο του Ιδρυτή του, οι τιμητικές εκδηλώσεις στη μνήμη και το έργο του αείμνηστου αγωνιστή και ποιητή Δώρου Λοΐζου στη Λευκωσία, στην Πάφο και αλλού, οι τιμητικές εκδηλώσεις για άλλους αγωνιστές της ελευθερίας της Κύπρου στη Λευκωσία, την Κλήρου και αλλού και οι πολιτικού περιεχομένου αναλύσεις και συζητήσεις για το Κυπριακό και τα εθνικά θέματα γενικά στη Λευκωσία, τη Λεμεσό και όχι μόνο, σε συνεργασία με τη Θεματική Κυπριακού της ΕΔΕΚ.

Εξάλλου, πολιτικού περιεχομένου συζήτηση οργανώνει το Ίδρυμα και τη Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου, με πρόσκληση να μιλήσουν όλοι οι αρχηγοί των κοινοβουλευτικών κομμάτων, για την ανάγκη ή όχι Επανατοποθέτησης και Επαναπροσδιορισμού της Μορφής και του Περιεχομένου Λύσης του Κυπριακού.

Ο Βάσος Λυσσαρίδης -για να αντιληφθούμε μερικές από τις πλείστες δραστηριότητές του- διετέλεσε ως φοιτητής, Γ.Γ. της Συντονιστικής Επιτροπής Κυπριακών Σωματείων της Ελλάδας, καθώς και υπεύθυνος της εθνικοτοπικής ΕΑΜ Κύπρου. Με την έναρξη του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ. Του απονεμήθηκε ο τίτλος του πολιτικού τομεάρχη. Αντιπροσώπευσε την ΕΟΚΑ στη σύσκεψη Λονδίνου και καταψήφισε τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, τονίζοντας ότι νομιμοποιούν τη στρατιωτικοπολιτική παρουσία της Τουρκίας, οδηγούν σε αδιέξοδα τα οποία θα τύχουν εκμετάλλευσης από τη Μ. Βρετανία και την Τουρκία.

Το 1963, κατά τη διάρκεια της τουρκοκυπριακής ανταρσίας, υπήρξε ηγέτης λαϊκού στρατού (υπό την αιγίδα του κράτους), που απελευθέρωσε τον Πενταδάκτυλο. Υπήρξε ενεργό στέλεχος στον αντιχουντικό αγώνα με διασυνδέσεις με τις οργανώσεις αντίστασης του ελληνικού λαού. Σ’ αυτήν του τη δράση συνάντησε αρκετά εμπόδια λόγω της αντίληψης που επικρατούσε στην Κύπρο για εξίσωση «βίας και αντιβίας», δηλαδή της υπονόμευσης του κράτους και της προάσπισής του και της ανοχής πλείστων κομμάτων προς τη χούντα. Το 1969 ίδρυσε την ΕΔΕΚ, της οποίας υπήρξε Πρόεδρος μέχρι το 2001. Τώρα είναι επίτιμος Πρόεδρος.

Υπήρξε Αντιπρόεδρος της Οργάνωσης Αφρικανοασιατικής Αλληλεγγύης και υπεύθυνος (Γ.Γ.) της Οργάνωσης Αλληλεγγύης προς τους λαούς της Νότιας Αφρικής και για την απελευθέρωση του Μαντέλα (ICSA) με δεκάδες συγκεντρώσεις σ’ όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Συνδέθηκε στενά με το παγκόσμιο εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα και κυρίως της Αφρικής, τους ηγέτες του οποίου φιλοξένησε κατ’ επανάληψιν και είχε στενή συνεργασία (Γκαμπράλ της Γουινέας Μπισσάου, Νέτο της Ανγκόλα, Τάμπο της Ν. Αφρικής, Ντος Σάντος της Μοζαμβίκης, Σαμ Νουτζόμε της Ναμίμπια και με ξένους Ευρωπαίους ηγέτες - Πάλμε, Μπραντ, Μιτεράν). Ακόμα στενή συνεργασία ανέπτυξε με τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Το 1960 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής του Πατριωτικού Μετώπου (που περιελάμβανε όλες τις τάσεις που έλαβαν μέρος στον αντι-αποικιακό αγώνα) και έκτοτε εκλεγόταν συνεχώς μέχρι το 2006. Διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής την περίοδο 1985-1991. Πρωτοστάτησε στην απόρριψη του σχεδίου Ανάν.

Για όλην αυτήν την προσφορά του Βάσου Λυσσαρίδη -που διανύει οσονούπω το β΄ μισό της δέκατης δεκαετίας του- απόλυτα ισχύει η άποψη του γράφοντος πως η δραματική έκκληση του Ρωμαίου πολιτικού και φιλόσοφου Σεπτίμιου Σεβήρου: “Laboremus - ας εργαζόμαστε”, - έχει στην περίπτωση του Β.Λ. θεαματικά και κατά κόρον αποφασιστικά υπερκερασθεί.