Με το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου του 2004 είχαμε αποφασίσει, ως κυπριακός λαός, κατ’ ακρίβειαν ως Ελληνοκύπριοι, ότι δεν θέλουμε λύση του κυπριακού προβλήματος με βάση το σχέδιο ΑΝΑΝ. Όμως, ποτέ δεν κληθήκαμε από τους εκάστοτε κυβερνώντες να πούμε τι θέλουμε. Μόνοι τους οι ίδιοι το παίρνουν ως δεδομένο ότι εκείνοι αποφασίζουν για την τύχη μας. Εμάς, μας ρώτησαν;
Είναι τουλάχιστον εξωφρενικό, αν όχι εγκληματικό, ακόμη και για απλούς νόμους στην Ελβετία να γίνεται δημοψήφισμα και, για τη διαπραγμάτευση της λύσης του κυπριακού προβλήματος, από την οποία εξαρτάται το μέλλον του κυπριακού λαού, να μην έχει ζητηθεί ποτέ η γνώμη του ίδιου του κυπριακού λαού. Δεν μιλούμε μόνο για το δικό μας μέλλον, μιλούμε και για το μέλλον των παιδιών μας και των εγγονιών μας. Τόσο πολύ αγαπάμε τους απογόνους μας;
Το Κυπριακό Σύνταγμα καθορίζει ρητά τις αρμοδιότητες του Προέδρου, του Υπουργικού Συμβουλίου και των Υπουργών σ’ ό,τι αφορά τις εσωτερικές και τις εξωτερικές υποθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όχι, όμως, για το εθνικό μας θέμα. Ούτε το Σύνταγμα, ούτε ο κυπριακός λαός έχουν δώσει ποτέ οποιαδήποτε εξουσία στις εκάστοτε Κυβερνήσεις ή στα κόμματα και στους αρχηγούς τους να χειρίζονται «εν λευκώ» το κυπριακό πρόβλημα.
Ποτέ! Ούτε και η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει τέτοια εξουσία ή εντολή από τον λαό. Πρόκειται για «αντιπροσώπους» του λαού κι’ όχι για «εκπροσώπους». «Αντιπρόσωπος», στη νομική γλώσσα, σημαίνει εκείνον που ενεργεί με βάση τις ρητές οδηγίες του αντιπροσωπευομένου.
Στην περίπτωση των βουλευτών, οι οδηγίες του αντιπροσωπευομένου λαού περιέχονται στο Σύνταγμά μας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου, δουλειά των βουλευτών είναι να ψηφίζουν νόμους. Τίποτε άλλο. Πολύ περισσότερο για τα πολιτικά κόμματα και τους αρχηγούς τους, που ο ρόλος τους, σχετικά με το κυπριακό πρόβλημα, δεν στηρίζεται σε καμιά συνταγματική βάση.
Εν πάση περιπτώσει, το κυπριακό πρόβλημα δεν είναι κομματικό θέμα. Δεν πρέπει οι κυβερνώντες να φοβούνται ένα δημοψήφισμα που θα προσφέρει στον λαό την ευκαιρία να εκφράσει τη γνώμη του για το σημαντικότερο πρόβλημα του τόπου μας, το οποίο είναι η εθνική μας επιβίωση. Θα μπορέσει με ένα δημοψήφισμα ο Ελληνισμός της Κύπρου να επιλέξει ένα από περισσότερα βασικά σενάρια, καθώς και τα πλαίσια (κόκκινες γραμμές), μέσα στα οποία θα μπορούν να κινούνται οι κυβερνώντες, ως εντολοδόχοι του.
Αυτό θα δώσει και περισσότερη διαπραγματευτική δύναμη στους Κυβερνώντες, γιατί, μεταξύ άλλων, δεν θα μπορούν να τους πιέζουν για υποχωρήσεις ή «διπλωματικούς ελιγμούς» οι διάφοροι «μεσολαβητές» για τη λύση του κυπριακού προβλήματος, περιλαμβανομένων σ’ αυτούς και των εκπροσώπων του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Ελλείψει τέτοιας ειδικής εντολής από τον λαό, εδώ και τόσα χρόνια, ιδού πού φθάσαμε. Από υποχώρηση, σε υποχώρηση το πάμε.
Εδώ, δεν παίζουμε. Άντε, στην οικονομία, υποχωρήσαμε και φάγαμε «κούρεμα». Απ’ αυτό, κάποτε μπορεί να βγούμε από πάνω. Στο κυπριακό πρόβλημα, όμως, δεν σηκώνει άλλες υποχωρήσεις, κατά τη γνώμη μου, γιατί απ’ αυτές δεν υπάρχει επιστροφή. Εξαιτίας των συνεχών υποχωρήσεων, μεταξύ άλλων, χάσαμε και τη σημασία των διαφόρων όρων και λέξεων. Για παράδειγμα, λέγουμε ότι το BARBAROS πάλι θα μας έλθει στη «νότια» ΑΟΖ μας. Στην πραγματικότητα, δεν έφυγε ποτέ από αυτή. Βλέπετε, σύμφωνα με το δημόσιο διεθνές δίκαιο, η ΑΟΖ μας είναι μια και αδιαίρετη. Δεν μπορούμε να τη χωρίζουμε σε βόρεια και νότια, ανατολική και δυτική.
Επιτέλους, πρέπει να καθαρίσουμε το μυαλό μας και ν’ αντικρίσουμε τα πράγματα μέσα στη σωστή τους διάσταση. Γι’ αυτό, πιστεύω πως είναι καιρός, μ’ ένα δημοψήφισμα, να μάθουμε τι θέλουμε ως λαός, ώστε να δώσουμε σαφείς οδηγίες στους κυβερνώντες. Βεβαίως, αν ξέρουμε τι θέλουμε!
ΚΛΑΙΛΙΑ ΤΟΜΠΟΛΗ-ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
Δικηγόρος - τ. Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
[email protected]




