Σε πρόσφατο δημοσίευμά μου, υπέβαλα ορισμένα εύλογα ερωτήματα όσον αφορά την υποψηφιότητα συγκεκριμένου υποψηφίου και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι τα ερωτήματα αυτά πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπ' όψιν από όλους όσοι προτίθενται να τον ψηφίσουν στις εκλογές για τη δημαρχία της Πάφου. Πάντως, αν κρίνω από τη στάση αρκετών φίλων, το δημοσίευμα αυτό: α) ενόχλησε, β) προβλημάτισε, γ) επικροτήθηκε.
Προκάλεσε, με άλλα λόγια, ποικίλες αντιδράσεις, οι οποίες, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, με έβαλαν σε σκέψεις. Διότι αν, κατά τη δική μου εκτίμηση, ο υποψήφιος αυτός δεν φαίνεται να διαθέτει τα (προ)απαιτούμενα προσόντα για τη δημαρχία της πόλης, τότε ποιος άλλος θα μπορούσε να αναλάβει το πηδάλιο του μισοβυθισμένου πλοίου;
Αμέσως, και ίσως εκκινώντας από την υποσυνείδητη (κομματική και όχι πάντοτε ορθή) πεποίθηση ότι σε κάθε εκλογική μάχη ο αντίπαλος είναι περίπου το ίδιο ισχυρός με τον «ημέτερο», το μυαλό μου πήγε σε έναν άλλον υποψήφιο: στο αντίπαλο δέος. Παρόλο που είχα διαβάσει σε διάφορους διαδικτυακούς τόπους το βιογραφικό του, ομολογώ πως δεν τον γνώριζα καθόλου. Διάφοροι φίλοι μού ανέφεραν, βέβαια, ότι χαίρει καλής φήμης, αλλά παράλληλα μου επισήμαναν ότι είναι (ή/και θεωρείται) «άγνωστος» στο... κουρμπέτι της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Αυτό το «άγνωστος» ξύπνησε μέσα μου έναν ακατανίκητο «πολιτικό ντετεκτιβισμό». Ήθελα, βλέπετε, να μάθω περισσότερα. Παραμονή Πρωτοχρονιάς, με προκλητική έλλειψη δισταγμού, στάθμευα το αμάξι μου έξω από το εκλογικό του επιτελείο. Μπαίνοντας μέσα κατάλαβα ότι ο χώρος βρισκόταν ακόμη υπό διαμόρφωση.
Σ’ ένα τραπέζι κάθονταν καμιά δεκαριά άτομα και συζητούσαν. Τους χαιρέτισα. Κάθισα δίπλα από τον «άγνωστο» υποψήφιο δήμαρχο. «Η περιέργεια με έφερε ώς εδώ», του είπα. «Θα ήθελα να σας γνωρίσω. Δεν θα σας καθυστερήσω πολύ. Μόνο δέκα λεπτά από τον χρόνο σας». Η συζήτηση ήταν εγκάρδια από την αρχή.
Ο «άγνωστος» υποψήφιος ήταν ο πιο ομιλητικός. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που κοιτάνε στα μάτια τον συνομιλητή τους. Ο λόγος του είχε ροή, οι σκέψεις του ήταν καλοβαλμένες και οι κουβέντες του σταράτες, χωρίς υπονοούμενα και υπεκφυγές. Θυμήθηκα έναν καλό φίλο που μου έλεγε ότι ο υποψήφιος αυτός δεν έχει την ευχέρεια του ρητορεύειν. Μειδίασα. «Άτιμες προεκλογικές εκστρατείες», σκέφτηκα. Πάντως, μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι σχεδόν σε κάθε πρότασή του το (συντακτικό) υποκείμενο ήταν η «Πάφος».
Το συγκεκριμένο σχήμα λόγου ονομάζεται συνήθως μετωνυμία. Η μετωνυμία στηρίζεται στην εγγύτητα και συντελεί στη βαθύτερη γνώση των γενικότερων πλαισίων αναφοράς. Προσπάθησα να ανιχνεύσω σημεία υπερβολής, ανεδαφικές κουβέντες, φανφάρες και λόγια εντυπωσιασμού. Το μοναδικό ψεγάδι του «άγνωστου» υποψηφίου είναι ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο ο οποίος, αν και σκέφτεται και εκφράζεται με γνώμονα την κοινή λογική, είναι ταυτόχρονα και συναισθηματικός.
Φαίνεται όμως ότι βιάστηκα να τον κατηγορήσω, ίσως γιατί ο εγωισμός μου δεν μου επέτρεπε να τον χαρακτηρίσω αψεγάδιαστο, μα κυρίως γιατί τούτο το σεφερικό «στέγνωμα της αγάπης» έχει λείψει πολύ, πάρα πολύ από την πόλη. Στο τραπέζι φαινόταν καθαρά πως είχε τον ρόλο του οικοδεσπότη ή/και του σπιτονοικοκύρη, δηλαδή του ανθρώπου που έχει καλέσει στο σπίτι του ορισμένους φίλους για να συζητήσουν διάφορα σοβαρά θέματα. Οι υπόλοιποι είχαμε δευτερεύοντα ρόλο στη συζήτηση.
Εντάξει, εγώ ήθελα κυρίως να τον ακούσω, μα και οι υπόλοιποι, οι οποίοι απ’ ό,τι κατάλαβα είναι οι βασικοί συνεργάτες του, τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό. Δεν ξέρω τελικά αν η παρατήρησή μου αυτή είναι σημαντική, αλλά -στη δική μου αντίληψη τουλάχιστον- αποκτά τη δική της σημειολογία. Διότι ο κόσμος αναζητά έναν δήμαρχο αυτόφωτο, έναν δήμαρχο που να διοικεί και όχι να διοικείται. Ακόμη και όταν η συζήτησή μας περιστράφηκε γύρω από την κυπριακή λογοτεχνία, την οποία και υποτίθεται ότι μελετώ εδώ και χρόνια, ο ρόλος μου ήτανε μάλλον βοηθητικός.
Μου απήγγειλε με καμάρι στίχους του Δ. Λιπέρτη και μιλήσαμε αρκετά για τον Β. Μιχαηλίδη. Του ανέφερα ότι κάθε επένδυση στην παιδεία αποφέρει υπερπολλαπλάσιο κέρδος. Μου απάντησε με ένα συναφές αρχαίο γνωμικό, που δεν κατάφερα να το συγκρατήσω.
Τον ενημέρωσα ότι το 2017 κλείνουν εκατό χρόνια από τον θάνατο του Β. Μιχαηλίδη, του ποιητή της «9ης Ιουλίου», και ότι θα ήταν καλό να συμπεριληφθεί με κάποιον τρόπο στις εκδηλώσεις που θα διοργανώσει η πόλη μας ως πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης. Και ανέμενα ασφαλώς ότι θα αποδεχόταν την εισήγησή μου αμέσως.
Ωστόσο, η απάντησή του ήταν λιγάκι διαφορετική: «Εάν γίνει μία σωστή και τεκμηριωμένη πρόταση, και αν η πρόταση αυτή εγκριθεί με βάση τις νομότυπες διαδικασίες, τότε, ναι, μας ενδιαφέρει να εντάξουμε τον Β. Μιχαηλίδη στις εκδηλώσεις του Δήμου, αν και εφόσον ο κόσμος με τιμήσει με την ψήφο του». Με ξένισε κάπως η απάντησή του, αλλά τώρα που το ξανασκέφτομαι, καταλαβαίνω ότι μέσα στις άμεσες προτεραιότητές του είναι και η διαφάνεια σε όλα τα επίπεδα. Και αυτό είναι το σωστό. Η συζήτηση/γνωριμία με τον «άγνωστο» υποψήφιο δήμαρχο διήρκεσε 40 λεπτά τελικά.
Έπρεπε όμως να φύγω, γιατί η ώρα ήταν προχωρημένη. Ήταν βλέπετε και παραμονή Πρωτοχρονιάς. Τον αποχαιρέτησα διά χειραψίας και του είπα: «Πάνω απ’ όλα η Πάφος μας». Κι ένιωσα, εκείνη την ώρα, να μου σφίγγει το χέρι ακόμη πιο δυνατά.




