Ξύπνησα από τον ήχο της βροχής πάνω στα τζάμια. Ένας ήχος που άλλαζε συνεχώς σκοπό και γινόταν ένα τραγούδι, ένα ατέλειωτο γλυκό τραγούδι. Το δάσος απέναντι με περίμενε. Είχα μιλήσει με τα δέντρα χθες. Τους έλεγα πόσο χαιρόμουν τον ήλιο έτσι καθώς με το φως έπαιζε και το έριχνε μέσα στα φυλλώματά τους. Τα έκανε χρυσά και όλο το δάσος φάνταζε σαν χρυσαφένιο. Θύμωσα μάλιστα, μαζί τους, γιατί αυτά μου είπαν ότι όταν πιάσει βροχή, το δάσος γίνεται ωραιότερο. Τώρα θα βιαστώ να πάω ξανά. Θέλω να δω το δάσος με βροχή. Βγήκα έξω.
Οι στάλες έπεσαν γεμάτες δροσιά στο πρόσωπό μου. Τρέχω στην αρχή, σα να παίζω κυνηγητό μαζί τους. Απλώνω τα χέρια μου και προσπαθώ να αγκαλιάσω τη βροχή. Ανοίγω τα χείλη, της γελώ και τη φιλώ. Πώς λάμπουν τα πάντα. Η βροχή τα καθάρισε όλα από τις σκόνες, λες και φόρεσαν τα καινούργια τους φορέματα, φτιαγμένα από μυριάδες μικρά λαμπερά κρυσταλλάκια. Τα πόδια μου, έτσι καθώς περπατώ στη βροχή, τα νιώθω σαν να χορεύουν. Πλησιάζω στο δάσος. Ακούω μουσική! Τα δέντρα τραγουδούν! Τι γαλήνη! Τα δέντρα τραγουδούν.
Αυτά τα ομορφοστολισμένα δέντρα, λες και ψήλωσαν τώρα που τα κοιτάω και γίνανε θεόρατα. Και πάνω τους χιλιάδες στάλες παίζουν κρυφτό. Τι όμορφα, Θεέ μου, που είναι! Τα δέντρα τραγουδούν πάλι. Αυτή τη φορά όχι μόνα τους. Τραγουδούν μαζί με τα φύλλα που χαίρονται και αυτά τη βροχή που πέφτει πάνω τους, χαϊδεύοντας και γαργαλώντας τα. Ξεχάστηκα με το θαύμα αυτό της φύσης και έγινα μούσκεμα ώς το κόκκαλο. Παίρνω τον δρόμο του γυρισμού και σκέφτομαι πόσο άδικο είχα που θύμωσα με τα δέντρα, όταν το έλεγαν και εγώ δεν τα πίστευα.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος, Ειδικός Παιδαγωγός, Πολιτικός Επιστήμονας




