Η ογκούμενη, όπως καταδείχνουν δημοσκοπήσεις, λαϊκή απαξίωση προς τα κόμματα έχει καθιερώσει, δικαίως, την αντίληψη ότι η πελατειακής μορφής δράση των κομμάτων συνδέεται ή συνετέλεσε στη «διαπλοκή και στην εξυπηρέτηση μη νομίμων επιδιώξεων». Η αποτυχία της Βουλής, με τα κόμματα που την αποτελούσαν, να ψηφίσει από τα πρώτα χρόνια τής ύπαρξης της Κυπριακής Δημοκρατίας ή αμέσως μετά, Νόμο που να ρυθμίζει τα της λειτουργίας των κομμάτων, αποτελεί το πρώτο μελανό σημείο στην καθόλου δράση των κομμάτων. Το Ανώτατο Δικαστήριο φρόντισε σε Εκλογική Αίτηση του 1997, χωρίς να υπάρχει Νόμος περί τούτου, να χαρακτηρίσει ως εξής τη σημασία ύπαρξης κομμάτων:

«Τα πολιτικά κόμματα αποτελούν έκφραση της άσκησης του ατομικού δικαιώματος του "συνεταιρίζεσθαι" - (βλ. ΄Αρθρο 21.2 του Συντάγματος). Η συνένωση ατόμων σε πολιτικά κόμματα, για την προαγωγή κοινών σκοπών, αποτελεί σημαντική πτυχή της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αυτή τούτη η ύπαρξη πολιτικών κομματικών ομάδων στη Βουλή και η λειτουργία τους στο πλαίσιο του Κοινοβουλίου, αναγνωρίζεται από το ίδιο το Σύνταγμα, με τις διατάξεις του Άρθρου 73.4. (Ως προς το τι συνιστά πολιτικό κόμμα, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην Pitsillos v. C.B.C. (1982) 3 C.L.R. 208)».

Μια εξαίρετη λακωνική προτροπή, με αναφορά στο Σύνταγμα και τη Νομολογία, που όμως δεν οδήγησε τότε άμεσα στη νομοθετική ρύθμιση της δράσης των κομμάτων.

Αμέσως μετά τις πρώτες εκλογές που διεξήχθησαν στην Κύπρο για ανάδειξη ευρωβουλευτών, με οδηγίες του αείμνηστου Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου, κατέθεσα πρόταση νόμου που απέβλεπε στη νομοθετική ρύθμιση της ύπαρξης, λειτουργίας και οικονομικού ελέγχου των κομμάτων. Είχαν προηγηθεί και άλλες ανάλογες στο παρελθόν προσπάθειες, οι οποίες όμως παρέμειναν χωρίς αποτέλεσμα, όμως αυτή η πρόταση Νόμου, αν και ταλαιπωρήθηκε για χρόνια πολλά (πέραν των πέντε ετών), τελικά πέρασε τον Φεβρουάριο του 2011, ως η πρώτη νομοθετική ρύθμιση ενός θέματος που αποτελούσε και υποχρέωσή μας, ως δημοκρατικού κράτους της Ευρώπης. Για να υπάρξει η πρώτη αυτή νομοθετική ρύθμιση, ισορρόπησαν πολλές αντίθετες απόψεις, που δεν επέτρεψαν να υπάρξει ένα πλήρες και άριστο κείμενο. Στους όσους συμβιβασμούς έγιναν, επέμενα χωρίς υποχώρηση, στην εξής ιδέα που περιλήφθηκε στην πρόνοια του άρθρου 5 (4):

«Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2), είναι δυνατή επιπρόσθετα ονομαστική ή ανώνυμη χρηματική εισφορά προς τα πολιτικά κόμματα γενικά, απευθείας προς Ειδικό Κοινό Ταμείο που τηρείται από τις Υπηρεσίες της Βουλής των Αντιπροσώπων, ως ήθελε καθοριστεί, και ακολούθως τα οποιαδήποτε συγκεντρωθέντα ποσά κατανέμονται κατ’ έτος κατ’ αναλογία της δύναμης των κομμάτων ως η κρατική χρηματοδότηση και υπόκεινται σε οικονομικό έλεγχο από τον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας».

Μια πρόνοια, όμως, που εκ των πραγμάτων φαίνεται ότι δεν την θεώρησαν «εξυπηρετική» οι μεγάλοι εισφορείς προς τα κόμματα, αφού ούτε ένα ευρώ δεν κατέθεσαν στο κοινό αυτό ταμείο, αλλά και δυστυχέστερο, τα ίδια τα κόμματα έσπευσαν να «απαλλάξουν» τους μεγάλους εισφορείς από το «βάρος» της απρόσωπης ή προς όλους ενίσχυσης και τους «διευκόλυναν» στην επιθυμία τους να συνεχίσουν να εκδηλώνουν την προτίμησή τους με εισφορές απ’ ευθείας στα κόμματα! Έτσι ο νέος Νόμος του 2012, τον οποίο η νέα Βουλή ψήφισε το 2012, δεν περιέλαβε την «ενοχλητική» αυτή πρόνοια του καταργηθέντος Νόμου.

Διαγραφή ακατανόητη και οπωσδήποτε αξιοκρατικά αναίτια, που έγινε μάλιστα σε μια περίοδο όπου διαφαίνονταν οικονομικά και άλλα σκάνδαλα! Κατά τα άλλα, η σύζυγος του Καίσαρα πρέπει να φαίνεται τίμια.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος