Ε, ψιτ, νεαρέ, για μια στιγμή να σου πω. Κοίτα μην το δεις κόπια του προκατόχου σου και συνεχιστής της… ένδοξης(!) παρουσίας του, γιατί δεν μας παίρνει. Ε, δεν μπορεί, θα το πήρε το μάτι σου το μουδιασμένο «καλωσόρισες» που ψελλίσαμε όπως μπορέσαμε, άνεργοι, μισθωτοί και συνταξιούχοι. Θα την είδες τη μελαγχολία μέσα σ’ εκείνο το απλανές βλέμμα. Γιατί, είπαμε να πάει και να μην ξανάρθει το γρουσούζικο το 13, δεν μπορεί, μια μέρα καλή θα μας φυλάει το 14! Φευ!
Τι μέρα καλή, που ξημεροβραδιαζόμασταν με στημένο αφτί, τι άλλο θ’ ακούσουμε και σκυμμένο το κεφάλι μη μας βρει καμιά αδέσποτη. Ριπές πολυβόλου οι κατακεφαλιές. Παστρικές κουβέντες λοιπόν: Μη σου περάσει απ’ το μυαλό πως είσαι το κυπριακό ποδόσφαιρο κι αρχίσεις σικέ τσαλιμάκια και τρίπλες. Έλεος, φτάνει πια, μπουχτίσαμε από ίντρικες, δολοπλοκίες, απατεωνιές, σκευωρίες. Είδαμε τα εκατομμύρια να πετούν -ψάξε, ψάξε δεν θα τα βρεις- μας έπνιξαν οι αναθυμιάσεις βόθρων, ακούγαμε πολιτικούς «είπα-ξείπα», δεν πιστεύαμε τ’ αφτιά μας. Πόσα πια ν’ αντέξει ο σφιγμένος στη μέγγενη της επιβίωσης απλός άνθρωπος, περί του οποίου κόβουν φλέβες απαξάπαντες.
Μάζεψε, μάζεψε, άρχισε πια ν’ αγριεύει. Το χάος του στέλνει χαιρετίσματα με χαμόγελο σαρδόνιο. Τώρα, τι στα λέω όλα αυτά, νέο παιδί εσύ, πού να κατέχεις από τέτοια; Μη σου βάζω και τίποτα ιδέες και μας τις πλασάρεις σε λίγο για δικές σου. Α, ευτυχώς, μας το ’παν οι αστρολόγοι (αυτούς περιμέναμε, ξέρεις, να μάθουμε τη μοίρα μας) πως θα ’σαι, λέει, κομμάτι πιο καλόβολο, πιο μαλακό. Έχεις, λέει, στο τσουβάλι σχέδια για ανάπτυξη (παλιό το ανέκδοτο, καιρό το ακούμε), μείωση της ανεργίας, νέους κλάδους δημιουργικότητας.
Σαν ευχολόγια μια χαρά ήταν και πέρυσι που μας τα τάξανε, τα είδαμε τα καζάντια μας. Καλά, μη στραβώνεις τα μούτρα, δεν μηδενίζουμε τα πάντα. Όλο και κάτι γίνεται. Μα, με το κάτι, η προκοπή αργεί. Κι ο απλός άνθρωπος, που λέγαμε, βιάζεται να δει να τιμωρούνται οι ένοχοι, να σώζονται ας πούμε οι Κυπριακές Αερογραμμές, να πάψουν να κλείνουν εργαστήρια, εργοστάσια, καταστήματα (μαυρίζει η ψυχή σου πια σαν περιδιαβάζεις στους δρόμους).
Α, για κοίτα, το πετρέλαιο έκανε βουτιά κατά τον πάτο, αλλά εκείνα τα είδη καθημερινής ανάγκης θα κατέβουν από τα ύψη; Για την ώρα τι κάνεις Γιάννη, κουκκιά σπέρνω! Λοιπόν, γράψ’ το όπως το λέω, που έλεγε ο λατρεμένος ο Φρέντυ ο Γερμανός, έτσι και μας κάνεις τα ίδια, μαύρο φίδι που μας έφαγε. Σε σένα εναποθέτουμε τις ελπίδες μας. Σκούπα (συνηθισμένη, οι ηλεκτρικές δεν δίνουν κλοτσιές) και φαράσι κι άρχισε να καθαρίζεις για πάρτη μας. Σφίγγουν τα ζόρικα, μεγαλώσαμε ξέρεις, έχουμε τραβήξει των παθών μας τον τάραχο, πραξικοπήματα, πολέμους, φτώχια, πόνο.
Ε, λες να μην έπαιξαν τον ρόλο τους όλα αυτά στις βλακείες που κάναμε; Να το πάρουμε το μερίδιο της ευθύνης μας, ναι, δίκαια όμως υπολογισμένο. Μας κλαίμε εμάς και τους κόπους μας, πονάμε για τους νέους που τους τρώει η ανασφάλεια. Μη σπάσει το φολικάδι μας που λέμε εμείς οι ιθαγενείς, κι ορμήσουμε σε καμιά επανάσταση (λέμε τώρα!).
Μας περιμένει στρίμωγμα μεγάλο: αρχίζουν οι εκποιήσεις, ορμάνε οι λύκοι για τη μοιρασιά στα αέρια και στα πετρέλαια πακέτο με τις συνομιλίες, το «Μπαρμπαρός» μάς σκαλίζει την υφαλοκρηπίδα, απεσταλμένοι από τας αλλοδαπάς πατρονάρουν ό,τι τους βολεύει, μαύρη μας μοίρα. Τώρα, λοιπόν, να κάνεις πράξη τις καλές προθέσεις σου, που δεν θέλουμε να τις αμφισβητήσουμε. Τώρα, που μόλις πήρες τα γκέμια, πάρ’ τους τον αέρα, γιατί έτσι και στον πάρουν εκείνα, ζήτω που καήκαμε!




