Η γειτονιά μου ήταν έρημη από ώρα. Η δυνατή βροχή, που συνεχιζόταν ασταμάτητα από το απόγευμα, μαστίγωνε αλύπητα τα πάντα…
Βρισκόμαστε στην καρδιά του χειμώνα. Ενός χειμώνα μάλιστα, που φέτος είναι ιδιαίτερα βαρύς, με βροχές και καταιγίδες, με χιόνια και δυνατούς ανέμους, που κάνουν αυτήν την ήρεμη και γλυκιά μας πατρίδα, τη χώρα της ελιάς, του αμπελιού και της πορτοκαλιάς, να μοιάζει με αγριεμένη κόρη του Βορρά. Δεν είναι υπερβολές και σχήματα λόγου αυτά που σας λέω. Πάρτε για παράδειγμα, το χθεσινό βράδυ. Στ’ αλήθεια, δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο.
Η γειτονιά μου ήταν έρημη από ώρα. Η δυνατή βροχή, που συνεχιζόταν ασταμάτητα από το απόγευμα, μαστίγωνε αλύπητα τα πάντα. Σύντροφος και βοηθός της ο δυνατός άνεμος, που σφύριζε και έκανε τα λιγοστά δέντρα της μικρής πλατείας να λυγίζουν. Τα στοιχεία της φύσης εξουσίαζαν βίαια τα πάντα, παραλύοντας κάθε φανέρωμα ζωής. Πού και πού μόνο ο μουντός ήχος μιας μηχανής αυτοκινήτου, που αγκομαχούσε να υπερνικήσει τις πλημμύρες, έσπαγε τη μονοτονία. Οι προβολείς κομμάτιαζαν για λίγο το πηχτό σκοτάδι που έμοιαζε σαν αδιαπέραστο σώμα. Στο τιμόνι ο οδηγός του, σαν εφιαλτική σκιά, προσπαθούσε να γλιτώσει από τους κινδύνους της αφιλόξενης νύχτας.
Και ενώ οι καταρράχτες της βροχής συνεχίζουν να αυλακώνουν τα τζάμια του παραθύρου μου, εγώ εξακολουθώ να παρατηρώ τη χειμωνιάτικη σκηνοθεσία, βλέπω τα φωτισμένα παράθυρα των απέναντι σπιτιών και ελπίζω να ξεχωρίσω πίσω τους κάποια φιγούρα, ένα ζωντανό πλάσμα που να νιώθει, σαν και μένα, τη μοναξιά και την πλήξη αυτής της θλιβερής βραδιάς. Τα τζάμια όμως, είναι θολά και οι κουρτίνες τα κάνουν ακόμα πιο αδιαπέραστα. Στρέφω το βλέμμα στον δρόμο. Για πολλή ώρα σ’ αυτό το σκυθρωπό και άγριο περιβάλλον.
Όταν, ξαφνικά το πρόσωπό μου φωτίζεται. Να επιτέλους, κάποιος που τόλμησε να περιφρονήσει τα στοιχεία της φύσης. Κοιτάζω καλύτερα και αναγνωρίζω τον κυρ Αντώνη, τον τυροπιτά της γειτονιάς μας. Τυλιγμένος στο βαρύ του πανωφόρι, ο άνθρωπος του μόχθου, αφού μάταια περίμενε στο στέκι του να φανεί κανένας πελάτης, νικημένος τώρα απ’ την ερημιά, την υγρασία και την παγωνιά, παίρνει σκυφτός βαδίζοντας αργά και προσεχτικά, τον δρόμο για το σπίτι του.
Το βράδυ προχωρεί. Η θέα από το παράθυρό μου δεν έχει πια να μου προσφέρει παρά μονοτονία και πλήξη. Κλείνω τα παντζούρια και ξαφνικά βρίσκομαι απομονωμένος στο γνώριμο, ζεστό και ήρεμο κόσμο της μικρής μου κάμαρας. Κοιτάζω τη βιβλιοθήκη μου και μια λάμψη ελπίδας φωτίζει την ψυχή μου. Την πλησιάζω και αρχίζω να ψάχνω τους τίτλους.
ΑΝΔΡΕΑΣ Φ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος ,Ειδικός Παιδαγωγός, Πολιτικός Επιστήμονας




