Απόγευμα. Ο ήλιος φλόγιζε τον κάμπο, βασιλιάς του γαλάζιου ουρανού που δεν σκιαζόταν από κανένα σύννεφο. Μακριά, στο βάθος, διακρίνονταν λίγα μικρά σπίτια και ακόμα πιο πίσω, η θάλασσα που τη χρύσιζαν οι ακτίνες του ήλιου. Στα χωράφια μερικοί άντρες έσκαβαν το χώμα, αμίλητοι από την κούραση. Πιο κει, κάμποσες γυναίκες στοίβαζαν στάχυα. Δούλευαν, δούλευαν αδιάκοπα. Μόνο κάπου κάπου σήκωναν το κεφάλι, κοίταζαν μακριά στον ορίζοντα και ύστερα ξανάσκυβαν πάλι.
Ο ήλιος πλησίαζε να δύσει. Σε λίγο οι άντρες κι οι γυναίκες άφησαν κάτω τα εργαλεία τους. Στάθηκαν λίγο αναστενάζοντας με ανακούφιση, ξανάσκυψαν πάλι και σηκώνοντας τα πράγματά τους, κίνησαν να φύγουν. Ένας έμεινε πίσω σκάβοντας ακόμα. Οι άλλοι γύρισαν και μουρμούρισαν κάτι. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του και συνέχισε. Ύστερα από λίγο, σταμάτησε, άφησε κάτω την αξίνα, ορθώθηκε και σκούπισε τον ιδρώτα που έτρεχε στο πρόσωπό του. Κοίταξε προς τη δύση.
Ο δίσκος του ήλιου άγγιξε τη θάλασσα στέλνοντας μια κοκκινόχρυση γραμμή στα γαλάζια νερά. Τότε μάζεψε τα λίγα του πράγματα και ξεκίνησε. Σαν έκαμε κάμποσα βήματα, σταμάτησε και ξανακοίταξε προς τη μεριά του ήλιου που τώρα είχε χαθεί. Αναστέναξε ανακουφισμένος και συνέχισε τον δρόμο του για τα μακρινά σπίτια.
Έτσι γινόταν κάθε μέρα. Την ώρα που ανάτελλε ο ήλιος άρχιζε τη δουλειά μαζί με τους άλλους εργάτες και την άφηνε όταν εκείνος χανόταν στον ορίζοντα. Έτσι, ο ήλιος γινόταν ο ρυθμιστής της ζωής και της εργασίας του εργάτη αλλά και του χωριού ολόκληρου. Εκείνος κανόνιζε τις ώρες για τις διάφορες ασχολίες τους και για καθετί γύρω απ’ αυτούς. Και ήξεραν τόσο καλά να γνωρίζουν την ώρα απ’ τον ήλιο, είτε τους έκαιγε με τις φλογερές ακτίνες του είτε τους έστελνε πίσω απ’ τα σύννεφα τη ζεστασιά και το φως του, που τόσο τα ζητούσαν και τα δυο. Δούλευαν από το πρωί ώς το βράδυ, χωρίς να παραπονιούνται για τον ζεστό ή κρύο καιρό.
Και περίμεναν το βασίλεμα εκείνου, για να σταματήσουν κάθε εργασία. Τους έβλεπες τότε, να γυρίζουν στα φτωχικά τους σπίτια, γαλήνιοι και ευτυχισμένοι, ικανοποιημένοι που έδωσαν άλλη μια μέρα τον εαυτό τους για το καλό και την ευτυχία όλων.
Ήταν τόσο απλοϊκοί, που νόμιζες πως δεν επιθυμούσαν τίποτε άλλο στη ζωή, σάμπως να είχαν όλα τα αγαθά. Η ώρα που έπαυσαν τη δουλειά, για να γυρίσουν πίσω, ήταν ευλογημένη γι’ αυτούς. Γύριζαν μ’ αργό βήμα και τα ζώα τους πήγαιναν μπροστά βελάζοντας, σαν να τους έδειχναν τον δρόμο, που τόσες φορές τον είχαν κάνει. Και τα κουδουνίσματα γέμιζαν τον δροσερό αέρα. Κανείς δεν ήθελε να ταράξει τη γαλήνη αυτών των ανθρώπων τούτη την ώρα, που έρχονταν να ησυχάσουν απ’ τον κάματο της ημέρας.
Το ηλιοβασίλεμα στο χωριό δεν είναι μόνο μια ομορφιά της φύσης, όπως είναι όπου αλλού. Είναι κάτι άλλο, κάτι ιδιαίτερα ξέχωρο, αφού εκείνη την ώρα αλλάζει όλο το χωριό. Ο ήλιος φεύγοντας αφήνει στη θέση του την ησυχία, που με απαλά πέπλα της νύχτας χαρίζει ηρεμία στους ανθρώπους και τη φύση. Είναι από τα ωραιότερα και τα πιο αγαπημένα δώρα του Θεού και είναι ευτυχισμένοι εκείνοι που μπορούν να χαρούν, βλέποντάς το, εκείνοι που μπορούν να το νιώθουν, να το καταλαβαίνουν, να το ζουν.
ΑΝΔΡΕΑΣ Φ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος,
Ειδικός Παιδαγωγός,
Πολιτικός Επιστήμονας




