Η πολιτική μας ήταν άβουλο θύμα στις παγιδεύσεις δυνάμεων που, αν και υπήρξαν συνεργοί στην εισβολή και τη γενοκτονία, θεωρούνταν αφελέστατα ως φίλα προσκείμενες στα δίκαια του λαού μας

Τα παθήματά μας είναι οι συνέπειες των μοιραίων πολιτικών λαθών που ακολούθησαν την προδοσία του 1974 και την τουρκική κατοχή. Είναι γεννήματα των διαβόητων «παρακαταθηκών» που εφάρμοζαν οι επίγονοι της ηγεμονίας, οι περισσότεροι εκ των οποίων χρησιμοποιούσαν τις παρακαταθήκες σαν εφαλτήριο της εφεκτικής τους πολιτικής και αιτιολογία της ακατανόητης ανοχής που τηρούσαν έναντι της Τουρκίας και των εγκλημάτων της στην κατεχόμενη πατρίδα μας.

Η πολιτική της Δημοκρατίας ήταν αδικαιολόγητα ψοφοδεής και επηρεασμένη από τις «συμβουλές των φίλων» και τις ύπουλες προτροπές να τηρούνται θέσεις συνδιαλλαγής για δημιουργία ευνοϊκών εντυπώσεων στη διεθνή κοινή γνώμη!

Η πολιτική μας ήταν άβουλο θύμα στις παγιδεύσεις δυνάμεων που, αν και υπήρξαν συνεργοί στην εισβολή και τη γενοκτονία, θεωρούνταν αφελέστατα ως φίλα προσκείμενες στα δίκαια του λαού μας, ενώ οι βασανιστικές εμπειρίες και η ψυχρή λογική συνηγορούσαν υπέρ της απαλλαγής μας από τις επιρροές τους και του χωρίς αυταπάτες αντικρίσματος των πραγμάτων, αντί της απερίσκεπτης υποταγής, του αδυσώπητου αγώνα δικαίου, των αταλάντευτων διεκδικήσεων απελευθέρωσης και της ανοικτής κι ανεπιφύλακτης καταδίκης της κατοχής.

Η πολιτική ηγεμονία και η ουρά της ακολούθησαν σχέση μαζοχιστικής προσκόλλησης στο αρχικό ιστορικό σφάλμα και παθητική παραμονή στον ασφυκτικό κλοιό των φοβιών και των έμμεσων πιέσεων και των εκβιασμών. Διέθετε η πολιτική διαδοχή το κοινό μυαλό για να παραδεχτεί ότι οι ενεχόμενοι στην ηθική αυτουργία για το έγκλημα και οι συνεργοί στη διάπραξη της γενοκτονίας, δεν ήταν λογικό να μετατραπούν σε φίλους από τη μια μέρα στην άλλη. Και όμως, αποδέχονταν υποβολιμαίες ψευδαισθήσεις σαν προϋποθέσεις επιβίωσης που μόνο με αγώνα εξασφαλίζεται κατά τον ιστορικό κανόνα και τις ιστορικές παροτρύνσεις.

Αλλά και η συνδιαλλαγή ήταν παιδαριώδης στην επιχειρηματολογία της. Επέτρεπε το όργιο της μαύρης προπαγάνδας ότι η Τουρκία απετόλμησε την εισβολή, εξ αφορμής εγκληματικών ενεργειών εναντίον της τουρκοκυπριακής μειονότητας και ουδείς αντείπε ότι, αν υπήρξαν εγκλήματα, αυτά οφείλονταν σε δράση παρανόμων που δεν ελέγχονταν από το κράτος, ενώ τα εγκλήματα της εισβολής διαπράττονταν από το νόμιμο κράτος της κακοποιού χώρας.

Και όπως τα κράτη των Ηνωμένων Πολιτειών και της Αγγλίας δεν θεωρούνταν ένοχα για τη δράση της Μαφίας στο Σικάγο ή του συνδικάτου του Μπίλυ Χιλ στο Λονδίνο, ούτε οι ενέργειες παρανόμων ήταν δυνατό να ενοχοποιούν το κράτος της Κύπρου. Πέραν όμως της επί του θέματος λογικής αντιλογίας, η πολιτική υποχωρητικότητα των κυβερνήσεων ήταν διάτρητη και έωλες οι αιτιάσεις της.

Ουδέποτε προγραμμάτισε, ουδέποτε εφάρμοσε τακτική διπλωματία εναντίον της κατοχής, ούτε ανένδοτη διεκδίκηση διεθνούς καταδίκης της γενοκτονίας, που κατά τις διεθνείς συνθήκες και τις θεμελιακές αρχές της πολιτισμένης ανθρωπότητας η Τουρκία διέπραττε κατά συρροήν στο ανεξάρτητο κράτος της Κύπρου, τακτικό μέλος του ΟΗΕ και εν συνεχεία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.

Ούτε όμως οι κυβερνήσεις του θύματος απαιτούσαν με αδιατάρακτη εμμονή και συνέπεια τις αποφασιστικές παρεμβάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας για επιβολή των ψηφισμάτων του ΟΗΕ και την αξίωση κατίσχυσης των οντολογικών όρων του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, επί των οποίων στήριζαν την υπόστασή τους η διεθνής αμφικτιονία και η Ευρώπη.

Η πολιτική συμπεριφορά της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και η συμπεριφορά του απόδημου Ελληνισμού Αμερικής και Βρετανίας, από τον ιστορικό θα χαρακτηριστεί κατά πάσαν πιθανότητα συγκαλυπτική για τους ενόχους του εγκλήματος και της προκλητικής διάρκειάς του. Δεν ακούσαμε πως κάποιος Ρωμιός της Νέας Υόρκης έφτυσε κατάμουτρα τον Κίσινγκερ. Ούτε τους ρήτορες της Γενικής Συνελεύσεως ακούσαμε να μαστιγώνουν τους συντελεστές του κακουργήματος, να τους κατονομάζουν και να αξιώνουν την καταδίκη τους.

Ούτε πληροφορηθήκαμε πως οι συμπατριώτες μας έφτυναν τον Κάλλαχαν ή στην πρόσβαση προς την Ντάουνινγκ Στριτ, όπου βρισκόταν το γραφείο του Ουίλσον, πρωθυπουργού τότε της Αγγλίας. Ούτε, ακόμα, ακούσαμε πρόθεση έστω προσφυγών κατά της Τουρκίας ως κατοχικής αλλά και γενοκτόνου χώρας. Και ιδού που τώρα ο αποχαλινωμένος θύτης, απευθυνόμενος στην Ευρώπη, αποκαλεί μεν την Κυπριακή Δημοκρατία «νεκρό κράτος» αλλά παράλληλα θέλει δύο συνιστώντα κράτη, οπότε εγείρεται πλέον θέμα… νεκροφιλίας!

Ούτως εχόντων των πραγμάτων και δεδομένων των ευρύτερων εξωτερικών πολιτικών αναδιαμορφώσεων επί προεδρίας Νίκου Αναστασιάδη, με αποκατάσταση των σχέσεων με το Βερολίνο και την Ουάσιγκτον, τη σύσφιξη της κυπροαιγυπτιακής φιλίας, της προοπτικής Γιούνγκερ, της επικείμενης άφιξης Νετανιάχου και της αναμενόμενης διευκρινιστικής επαφής με τη Μόσχα, εκτιμάται ότι επήλθε το πλήρωμα του χρόνου για την αποκατάσταση και της πολιτικής της Κύπρου, με την επανατοποθέτηση του εθνικού μας προβλήματος στη σωστή του βάση, της εισβολής, της κατοχής, της γενοκτονίας και της απελευθέρωσης. Οι σειρήνες που ακούστηκαν για τεσσαρακοστή φορά για την αποφράδα επέτειο της εισβολής ας σηματοδοτήσουν την αφετηρία της αλλαγής. Ο λαός θυμάται, λυπάται, διεκδικεί, ελπίζει και περιμένει.